Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 12 από 12

Ο Παππούς μου ο παπάς

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

12

Ο παππούκας μου ο παπάς

Ο παππούς μου ο παπάς

Κείμενο. Η εbέ μου είπε με, σο μεμλεκέτι πήεν σο σκολίο δύο τρία χρόνες. Ρώτσα τα,

-Τιτί τσο πητούρσεις το σκολείο;

-Ο δάσκαλους χάθην, τζαι άβου δάσκαλους τζούρτην. Τζαι στέρου γω σεμαδεύτα.

-Πόσα χρονώ ήσουν;

-Είμουν δώδεκα δεκατρία χρονώ κορτζόκο. Σεμαδεύτα μπρό τον Κοσμά. Ήτουν αν παλικάρι. Με ο Κοσμάς σκοτώθην σο ρουσί. Τζαι στέρου παραδόθα σον αδεφό του, του ενότουν παπάς.

-Ήσουν σεμαδεμένο μο τον Κοσμά τζαι στέρου παραδόθης σο δεφό του; Τούς ενότουν ατό;

-Ήμουν μιτσίκο κορτζόκο σεμαδεμένο, έμπα σο σπίτι τουν, τούς να υριστώ σ'ον τατά μου; Απιδού στέρου πασχά κανείς τζο μα παίρκην .

-Ατό του ενότουν παπάς ήτουν παλικάρι αμόν τον Κοσμά;

-Παλικάρι ήτουν, με τον Κοσμά γαπάγκα τα τσάου πολύ. ΄Ητουν τζάου κιπάρι.

-Ο παπάς τούς νομάτ ήτουν;

-Τζας πήν σην Τζισάρα σο Δεσπότη να 'ινεί παπάς dεΐ, ατζεί ήσαντε τζαι πασχά παλικάρα να ινούν παπάδες. Πασλάτσαν να παλεύον σο μεϊdάνι. Ατό ο παππούκας σου, πιέσην αν άβου παλικάρι, σήκουσην dα τζαι bιρτέν bιρέ δώτζην dα στ'η, bαήλσεν το φσάχι. Ο Δεσπότ' του ήτουν ατζεί είπεν, “Ολάν συ παπάς εν να 'ινείς γόξαμ πεχλιβάνης;”

-Πασχά, σο σπίτι τούς ήτουν; -Α φορά αλμέγκα τα γίδα τζαι είπα τα, “Παπά φέρ' ατζείνο το γίδι μου ντα λμέξω. “Το ποίο εν το σον το γίδι;” “Ατζείνο μο το σεμάδι σο μέτωπο.” Πιέσην το γίδι, έβγκαλην στο ζωνάρι του το κιλίτσι , έσφαξην έκοψην τον κελλέ του κόνσειν μπρό μου το γίδι. “Έπαρ το γίδι σου άλμεκ' τα”, είπεν. Ατό το γίδι ήτουν στην προίκα μου!

-Εbέ, ο παππούκα μου ο παπάς ήτουν μοστουράς.

-Γιόχ τζανίμ μου. Ήτουν παλικάρι, με λέικο νευρικό.

Ερμηνεία. Η γιαγιά μου μου είπε πως στην πατρίδα πήγε στο σχολείο δυο τρία χρόνια. Τη ρώτησα,

-Γιατί δεν τελείωσες το σχολείο;

-Ο Δάσκαλος πέθανε και άλλος Δάσκαλος δεν ήλθε. Και ύστερα εγώ αρραβωνιάστηκα.

-Πόσα χρονών ήσουν;

-Ήμουν δώδεκα δεκατρία χρονών κοριτσάκι. Αρραβωνιάστηκα πρώτα τον Κοσμά. Ήταν ένα παλικάρι. Μα ο Κοσμάς σκοτώθηκε στο βουνό. Ύστερα παντρεύτηκα τον αδελφό του που έγινε παπάς.

-Ήσουν αρραβωνιασμένη με τον Κοσμά και ύστερα παντρεύτηκες τον αδελφό του; Πώς έγινε αυτό;

-Ήμουν μικρό κοριτσάκι αρραβωνιασμένο, μπήκα στο σπίτι τους, πώς να γυρίσω στον πατέρα μου; Κανείς δε θα μ' έπαιρνε ύστερα.

-Αυτός που έγινε παπάς ήταν παλικάρι όπως ο Κοσμάς;

-Παλικάρι ήταν, μα τον Κοσμά τον αγαπούσα πιο πολύ. Ήταν πιο ευγενικός.

-Ο παπάς τί άνθρωπος ήταν;

-Όταν πήγε στην Καισάρεια στο Δεσπότη για να γίνει παπάς, εκεί ήταν και άλλα παλικάρια να γίνουν παπάδες. Άρχισαν να παλεύουν στην αυλή. Αυτός ο παππούς σου, έπιασε ένα άλλο παλικάρι, το σήκωσε και με μιας το χτύπησε στη γη, λιποθύμησε το αγόρι. Ο Δεσπότης που ήταν εκεί του είπε, “Βρε συ παπάς θε να γενείς ή μήπως γυμνάζεσαι να γίνεις παλαιστής;”

-Διαφορετικά, στο σπίτι πώς ήταν;

-Μια φορά άρμεγα τις κατσίκες και του είπα, “Παπά φέρε εκείνη τη γίδα μου να την αρμέξω.” “Ποια είναι η γίδα σου;”, “Εκείνη με το σημάδι στο μέτωπο.” Έπιασε τη γίδα, έβγαλε από τη ζώνη του την κάμα, έσφαξε έκοψε το κεφάλι της και πέταξε μπροστά μου τη γίδα. “Πάρε τη γίδα σου άρμεξέ την,” είπε. Αυτή η γίδα ήταν από την προίκα μου.

-Γιαγιά, ο παππούς μου ο παπάς ήταν ιδιότροπος τύπος.

-Όχι ψυχή μου. Ήταν παλικάρι μα λίγο νευρικός.