Φαρασιώτικα, καραμανλήδικα, τουρκικά, νεοελληνικά.
1. Άσπρον κως, μαύρον κως, σο χαμάμι α ινεί παού.
Άσπρος κώλος, μαύρος κώλος. θα φανεί στο χαμάμι (δημόσια λουτρά)
Καραμανλίδικα: Ακ γκιοτ, καρά γκιοτ, χαμαμτά μπελλί ολούρ.
Τουρκικά (τ.) ak göt kara göt hamamda belli olur
Ερμηνεία: Στο λουτρό όλοι είναι γυμνοί χωρίς φορέματα, ψιμύθια και στολίδια που αναπληρώνουν τις ατέλειες της φύσης. Το λένε για κάποιον που παινεύεται πως έχει προσόντα σωματικά ή και πνευματικά.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.
Ερμηνεία: Στους τοπικούς αγώνες Αθηνών, ένας παινευόταν πως κάποτε στη Ρόδο έκανε τέτοιο πήδημα που κανένας από τους Ολυμπιονίκες δεν το έφτασε. Προκαλούσε τους αμφισβητίες να πάνε στη Ρόδο να ρωτήσουν τους μάρτυρες. Τότε τον προκάλεσε ένας παρών. Σχεδίασε στην άμμο τη λέξη Ρόδος και είπε την παροιμία.⟨27⟩
2. Γρεπ το στιέρι έπαρ το πανί, γρεπ' τη μά, έπαρ' την κόρη.
Κοίτα τον αργαλειό πάρε το πανί, κοίτα τη μάνα, πάρε την κόρη.
Ανασινά μπακ κηζηνή αλ, κεναρινά μπακ μπεζινί αλ.
τ. anasına bak kızını al, kenarina bak bezini al.
Κοίταξε τη μάνα πάρε την κόρη, κοίταξε την ούγια πάρε το πανί.
Ερμηνεία: Αν είναι σεμνή και νοικοκυρά η μάνα, θα είναι και η κόρη
Κατά μάνα και πατέρα είναι γιος και θυγατέρα.
Πάρε αρνί από μαντρί και γυναίκα από τζάκι.
3. Δώκα τα πέντε παράδες να παίξει, δώκα τα δέκα να πάψει.
Της έδωσα πέντε παράδες να χορέψει. Της έδωσα δέκα να σταθεί.
Μπες παρά βερτίμ οϊνατηράματημ, ον παρά βερτίμ, τουρτουράματημ.
τ. Beş para verdim oynatıramatım, on para verdim, turturamatım.
Έδωσα πέντε παράδες για να χορέψει, έδωσα δέκα δε σταμάτησε
Παράδοση: Σε μια παρέα γλεντζέδων πλησίασε μια τσιγγάνα. Της έδωσαν πέντε παράδες για να χορέψει και εκείνη έκαμνε νάζια. Όταν άρχισε να χορεύει, με δέκα παράδες δεν έλεγε να πάψει. Το λένε για κάποιον που σαν του προτείνεις κάτι, κάνει το δύσκολο και ύστερα σου φορτώνεται.
4. Δως το μάλι σου ση χόρα, δος τον γκώ σου σο χώμα.
Δώσε το βιος σου στους ξένους, χτύπα τον κώλο σου στο χώμα.
Βερ παρανή ελλερέ, βουρ κιτσινή γερλερέ.
τ. ver varını ellere, vur kıçını yerlere.
Δώσε το έχειν σου στους ξένους, χτύπα τον πισινό σου στη γη.
Ερμηνεία: Το λένε για τον σπάταλο που σκορπάει το βιος του στους ξένους και ύστερα σέρνεται ζήτουλας. Παράδειγμα “Τίμων ο Αθηναίος”
5. Ζωρ ζωρουνά σου να υπάγω σο τζεννέτι, κουάνω κουάνω τζαι πααίνω σο τζεχεντέμι.
Αντί να πάω στον Παράδεισο ζορίζοντας, πάω στη Κόλαση πορδίζοντας.
Σηκηλή σηκηλή τζεννετέ γκιτετζεϊμέ, οσουρού οσουρού τζεχεννεμέ γκιτέριμ.
τ. Sıkılı sıkılı cennete giteceyme osuru osuru cehenneme giderim
Ερμηνεία: Απάντηση ενός ασώτου που τον συμβουλεύουν να ζει σεμνά.
6. Ήμουν μπεκιάρης, ήμουν Σουλτάνος, σεμαδεύτα ενόμουν. βεζίρης, παραδόθα ενόμουν ρεζίλης.
Ήμουν ανύπαντρος ήμουν Σουλτάνος, αρραβωνιάστηκα έγινα Βεζίρης, παντρεύτηκα έγινα ρεζίλης.
Μπεκιαρλίκ σουλτανλήκ, εβλί εβιντέ, κιοϊλού κιογιουντέ γκερέκ
τ. bekârlık sultanlık, evli evinde, köylü köyünde gerek.
Ο Μπεκιάρης είναι Σουλτάνος, ο παντρεμένος στο σπίτι του, κι ο χωρικός στο χωριό του ταιριάζει.
Ερμηνεία: Με το γάμο ο άντρας αλλάζει ζωή (πέφτει στα δύσκολα).
7. Ηύρες καό τσιτσάκι να ροφήσεις μέλι!
Βρήκες καλό λουλούδι να ρουφήξεις μέλι!
Μπουλτούν μπαλ αλατσάκ τσιτσεγί.
τ. Bultun bal alaçak çiçeyi
Βρήκες λουλούδι να πάρεις μέλι.
Παράδοση: Ο Χότζας πήγε προς νερού του και ήλθε μια μέλισσα κάθισε πάνω στο πουλί του. Τότε είπε αυτή την παροιμία απευθυνόμενος στη μέλισσα.
8. Η χαραή τζας παρλατίζει, τζ' η ψυσή παρλατίζει.
Άμα λάμπει το πρόσωπο, λάμπει και η ψυχή.
Γιουζού γκιουζέλ ολανήν, χουγιού γκιουζέλ ολούρ.
τ. yüzü güzel olanın, huyu güzel olur.
Όποιος έχει όμορφο πρόσωπο, έχει καλές διαθέσεις.
οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή.
9. Ιδέ του σειμού τα γαΐτα. Σονίσει ιχπαλά, μη σονίσει, ιχπαλά.
Ετοίμασε προμήθειες του χειμώνα. Αν χιονίσει, τύχη, δε χιονίσει, πάλι τύχη.
Κησή χαζηρλά, καρ γιαγάρσα ταλήχ, καρ γιαγμάσα γκινέ ταλήχ.
τ. Kışı hazırla kar yağar talıh, kar yağmasa gene talıh.
Ετοιμάσου για χιονιά, χιονίζει τυχερό, αν δε χιονίσει πάλι τυχερό
Ερμηνεία: Καλό είναι να ετοιμάζεσαι για τα δύσκολα. Αν έλθει το κακό είσαι έτοιμος, αν δεν έλθει είσαι τυχερός.
10. Κανείς τζούνεται σο χωρίο του Άγιος.
Δε γίνεται κανείς Άγιος στο χωριό του.
Κίμσε κεντί μεμλεκετιντέ πεϊγαμπέρ όλμαμης.
τ. kimse kenti memleketinde peygamber olmamış
Κανείς δεν έγινε προφήτης στην πατρίδα του.
Ουδείς προφήτης εις τον τόπο του
Ερμηνεία: Παράδειγμα ο Χριστός που τον σταύρωσαν στην πατρίδα του και ο Μωάμεθ που τον έδιωξαν από την γενέτηρά του τη Μέκκα.
11. Μο 'ς χόρας τον κεσέ, φταίνεις το χουβαρντά.
Με ξένο πορτοφόλι κάνεις το χουβαρντά.
Γιαπαντζί παράιλε χουβαρταλήκ ετέρσιν
τ. yabancı paraıle hovardalık edersin.
Με ξένα λεφτά κάνεις χουβαρνταλίκι.
Με ξένα κόλλυβα κάνεις μνημόσυνο.
12. Μο το νερό που κουπώνεις, ο μύος τζο κώθει.
Με το νερό που χύνεις, ο μύλος δεν κλώθει.
Τασημά σούγιουναν τεγιρμέν ντονμέζ
τ. taşıma suyla değirmen dönmez.
Με κουβαλητό νερό δε γυρίζει μύλος.
Με συμβουλές δεν κυβερνάς καράβι.
Ερμηνεία: Άμα δεν του κόφτει κάποιου, με συμβουλές δεν προκόβει.
13. Να φτύσ' πανουφόρου, ξειά σα γένε σου, να φτύσ' κατουφόρου ξειά σον κόφα σου.
Να φτύσεις προς τα πάνω, πέφτει στα γένια σου, να φτύσεις προς τα κάτω, πέφτει στον κόρφο σου.
Ουστέ τουκιουρσέν γιουζουνέ ντουσέρ, ασαγή τουκιουρσέν κιορφεζέ ντουσέρ.
τ. Üste tükürsen yüzüne düşer, aşagı tükürsen körfeze düşer
Φτύνεις πάνω πέφτει στα μούτρα σου, φτύνεις κάτω, πέφτει στον κόρφο σου.
Ερμηνεία: Το λένε σε περίπτωση που δεν μπορείς να αντιδράσεις σε μια κακή συμπεριφορά δικού σου ανθρώπου.
14. Ο παππούκας τρω μαντραγάλε, τ' αγγονού τα δαντάρα μουδιέζουν.
Ο παππούς τρώει αγουρίδες, του εγγονού τα δόντια μουδιάζουν.
Τετελέρ κορούκ γερ, τορουνούν ντισί καμασήρ.
Dedeler koruk yer, torunun dişi kamaşır
Οι παππούδες τρων αγουρίδες, των εγγονών τα δόντια μουδιάζουν
Οι πατέρες έφαγον όμφακας, των υιών οι οδόντες εμοδίασαν.
Ερμηνεία: Είναι ο νόμος της κληρονομικότητας.
15. Οι άντροι ζένουν σαμού τρων τα σταφύλα, οι 'ναίτσες ζένουν σαμού 'θίζουν τα τζίτζιφα.
Οι άντρες ανάβουν (ερωτικά) όταν τρώνε τα σταφύλια (τον Σεπτέμβριο), οι γυναίκες ανάβουν όταν ανθίζουν τα τζίτζιφα (το Μάη).
Ερκεκ ουζούμ γέρκεν σεβγκέ γκελίρ, κατήν χιουννάπ αγατζή τσιτσέκ ατσάρκεν.
τ. Erkek üzüm yerken şevke gelir, kadın hünnap ağacı çiçek açarken
Ο άντρας φλέγεται ερωτικά, όταν τρώει σταφύλια (το Φθινόπωρο), η γυναίκα όταν ανθίζουν οι τζιτζιφιές (την άνοιξη).
Ερμηνεία: Οι άντρες αφού ξεμπερδέψουν με τις δουλειές του θέρους ερωτοτροπούν, οι γυναίκες αφού τελειώσουν με τις “πάστρες” της Άνοιξης.
16. Σαμ 'α 'ινώ δεύτερο νύφη, 'α προστσυνήσω κα.
Όταν γίνω δεύτερη φορά νύφη, θα προσκυνήσω καλά.
Παράδοση: Κατά το έθιμο, όταν ερχόταν η νύφη από την εκκλησία στο σπίτι του γαμπρού, έπρεπε να πατήσει στο υνί, να προσκυνήσει γονατιστή και να φιλήσει το χέρι της πεθεράς που την υποδεχόταν στο κατώφλι. Μία νύφη προσκύνησε κάπως αδέξια την πεθερά στην είσοδο του σπιτιού. Οι παρευρισκόμενοι σχολίασαν: “Νύφη δεν προσκύνησες σωστά!” Αυτή απάντησε με θράσος: “Την άλλη φορά που θα γίνω νύφη θα ξέρω να προσκυνώ”.
Κελινί ατα μπιντιρμισλέρ για νασίπ ντεμις
τ. gelini ata bindirmişler “ya nasip” demiş.
Ανέβασαν τη νύφη στο άλογο, “ο κλήρος μου”, είπε.
Λένε την παροιμία για κάποιον που συμπεριφέρεται με έπαρση
17. Σ' εν' το βιλί μου σο πητήχη τζ η ψυσή μου σ' πα σο Τζεχεντέμι.
Νά 'ναι το πουλί μου στο πιπί κι η ψυχή μου ας πάει στην κόλαση.
Σικίμ φερτζέ ολσούν dε, τζανήμ τζεχεννεμέ βαρσήν.
τ. Sikim ferçe olsun de canım cehenneme varsın.
Το πουλί μου να είναι στο πιπί, κι η ψυχή μου ας πάει στην κόλαση.
Ερμηνεία: Είπαν σε κάποιον άτακτο και ζωηρό νέο, “Τί ψυχή θα παραδώσεις;” κι εκείνος απάντησε με την παροιμία.
18. Σ' ην μπαττανία σου κιορέ μάκρυν' τα πράδα σου.
Σύμφωνα με την κουβέρτα σου άπλωσε τα πόδια σου.
Γιοργκανινά γκιορέ αγιάκ ουζατμάκ.
τ. yorganına göre ayak uzatmak.
Κατά το πάπλωμά σου να απλώνεις τα πόδια.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που επιχειρεί πάνω από τις δυνάμεις του.
19. Σο 'μον το κατζί τι τζο κρους, με κους το γαϊρίδι!
Δεν προσέχεις τί σου λέω, μα ακούς το γάιδαρο!
Μπανά ντινλέμιγον, εσσεγέ ντινλιγιόν.
τ. Bana dinlemion, eşeye dinliyon
Δεν ακούς εμένα και ακούς το γάιδαρο.
Παράδοση: Ένας γείτονας πήγε στον Χότζα και του ζήτησε το γάιδαρο να πάει στο μύλο να αλέσει. Ο Χότζας είπε πως “Ο γάιδαρος λείπει στη βοσκή.” Αλλά εκείνη την ώρα γκάρισε ο γάιδαρος από το στάβλο. Ο γείτονας είπε: -Χότζα εσύ λες ότι λείπει, αλλά τί λέει ο γάιδαρος; Ο Χότζας απάντησε με την παροιμία.
20. Σ'ο σπίτιν του λεύρι τζό 'σει, 'ς χώρας το σπίτι κόφτει μαντίς.
Στο σπίτι του δεν έχει αλεύρι, σε ξένο σπίτι κόβει λαζάνια.
Κεντi εβιντέ ουν μπουλουνμάζ, ελ εβιντέ μαντί κεσέρ.
τ. Kendi evinde un bulunmaz, el evinde mantı keser.
Στο δικό του σπίτι αλεύρι δε βρίσκεται, σε ξένο σπίτι κόβει λαζάνια.
Ερμηνεία: Το λένε γι' αυτόν που προσπαθεί να καλοπερνάει εις βάρος άλλων.
21. Σου γιουβαρλατίζι το θάλι, χορτάρι τσο πιαίνει.
Σε πέτρα που κυλάει, χόρτο δεν πιάνει.
Γιουβαρλανάν τας, γιοσούν τουτμάζ.
τ. yuvarlanan taş, yosun tutmaz.
Πέτρα που κυλάει, δεν πιάνει λειχήνες.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που δε στεριώνει σε μια δουλειά.
Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης!
22. Σου να μbεν 'ς χώρας το μουταρέ, φά' κρομύδι τζαι ψωμί ξερό.
Αντί να υποχρεώνεσαι στους ξένους, φάε κρεμμύδι και ξερό ψωμί.
Κουρού εκμέκ iλε σογάν γέριμ, ελέ μουταρέ ολμάμ.
τ. Kuru ekmek ile soğan yerim, ele mudare olmam.
Ξερό ψωμί με κρεμμύδι τρώγω και δεν υποχρεώνομαι σε ξένους.
Ερμηνεία: Το λένε για τον αξιοπρεπή που προτιμά να περνάει φτωχικά παρά να ζητάει βοήθεια από ξένους.
23. Σ' χόρας την άκρα του νοίγει χεντέκι, ξειά μαναχός του.
Όποιος ανοίγει λάκκο για άλλους, πέφτει μόνος του μέσα.
Ελ ιτσίν κουγιού καζάν, εβελέ κεντί τουσέρ.
τ. el için kuyu kazan, evela kendi düşer
Όποιος σκάβει λάκκο για άλλους, πέφτει πρώτα ο ίδιος.
24. Το βάρτι του νοίγει ατζελέ, πουρουστιέ ατζελέ.
Το ρόδο που ανθίζει βιαστικά, μαραίνεται βιαστικά.
Βακιτσίζ ατσάν γκιουλ τσαμπούκ σολάρ
τ. vakıtsız açan gül çabuk solar
Ρόδο που ανθίζει παράκαιρα γρήγορα μαραίνεται.
Ερμηνεία: το λένε για κάποιον που κάνει μια δουλειά βιαστικά, ενώ χρειάζεται υπομονή και χρόνο.
25. Το βιλί μου κόφτω τρώγω τα, σο χασάπι μουταρές τζούνομαι.
Κόβω το πουλί μου το τρώγω και δεν υποχρεώνομαι στον χασάπη.
Σικιμι κεσέρ γέριμ, κασαπά μουταρέ ολμάμ.
τ. Sikimi keser yerim, kasapa müdara olmam.
Κόβω το πουλί μου το τρώγω και δεν υποκύπτω στο χασάπη.
Ερμηνεία: Το λέει αυτός που παιδεύεται να τα βγάλει πέρα μόνος του παρά να παρακαλάει για βοήθεια τους ξένους.
26. Το γαϊρίδι χοσαφού τάτι τζο κατέσει, πίνει το ζουμίν του.
Ο γάιδαρος δεν κατέχει γεύση κομπόστας, πίνει το ζωμό του.
Εσέκ χοσαφτάν νε αννάρ.
τ. Eşek hoşaftan ne anlar,
Τί καταλαβαίνει ο γάιδαρος από κομπόστα.
Ερμηνεία: Το λένε για ένα άνθρωπο που δεν ξέρει να εκτιμήσει την πραγματική αξία των πραγμάτων.
27. Το κοσκούτσι βgαλαίνει το κοσκούτσι.
Το παλούκι βγάζει το παλούκι.
Τσιβί τσιβιγί σοκέρ.
τ. Çivi çiviyi söker.
Το καρφί ξηλώνει το καρφί.
“πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται”.
Το κακό με το κακό το πολεμάς
Ερμηνεία: Μ' άλλα λόγια, τον εχθρό τον αντιμετωπίζεις με τα δικά του όπλα.
28. Το κρεσί, του 'υρίζει σο ξίδι 'ίνεται βυνατό.
Το κρασί που γυρίζει σε ξίδι, γίνεται δυνατό.
Σαραπτάν ντονέν σιρκέ κεσκίν ολούρ.
τ. Şaraptan dönen sirke keskin olur.
Ξύδι που γυρίζει από κρασί γίνεται πιο οξύ.
Ερμηνεία: Το λένε για τους ανθρώπους που αλλάζουν θρησκεία, κόμμα, παράταξη, γι' αυτούς που απαρνούνται τις αρχές τους και γίνονται πιο φανατικοί αντίπαλοι με τους πρώην συντρόφους τους.
29.Το λαχτόρι του αλεί βαρά γιογά, χάνει τον κελλέ του
Κόκορας που λαλεί αλλοπρόσαλλα, χάνει το κεφάλι του.
Βακητσήζ οτέν χοροζούν, πασηνή κεσερλέρ.
τ. vakıtsız öten horozun, başını keserler
Του κόκορα που λαλεί παράκαιρα, του κόβουν το κεφάλι.
Ερμηνεία: Το λένε στις περιπτώσεις που “δεν πρέπει να φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν” γιατί μπορεί να γίνεις “αποσυνάγωγος”.
30. Το μέτρο το 'ρνίθι γεννά α βο, κούγεται σα οφτά μεχάδες, του γοντσί μας το γηστράχη γεννά εκίζα, κανενός το σάσι τσο κούεται.
Η κότα μας γεννά ένα αβγό, ακούγεται σε εφτά μαχαλάδες, του γείτονα η φοράδα γεννά δίδυμα, δεν ακούγεται φωνή κανενός.
Μπιζίμ ταβούκ μπιρ γιουμουρτά ετέρ, γετί μαχαλλέ ντουγιάρ, ελίν κιστραγή κιουχεϊλάν ντογουρούρ, σεσί τσικμάζ.
τ. bizim tavuk bir yumurta eder, yedi mahalle duyar, elin kıstrağı küheylan doğurur, sesi çıkmaz.
Η κότα μας κάνει ένα αβγό, το ακούν εφτά μαχαλάδες, των άλλων η φοράδα γεννάει καθαρόαιμο άλογο, φωνή δε βγαίνει
31. Το νομάτη γροικάς τα στις τόστοι του.
Τον άνθρωπο τον γνωρίζεις από τους φίλους του.
Κισί αρκατασηντάν μπελλιτίρ
τ. Kişi arkadaşından bellidir
Ένα άτομο φανερώνεται από τους συντρόφους του.
32. Το ποντίτζι σο τρυπί του τσο χωρεί, παίρει τζαι αν τσαρπανάς.
Ο ποντικός στην τρύπα του δε χωρεί, παίρνει και μια παντόφλα.
Σητσάν ντελιγέ σήγμαμης μπιρ ντε κουϊρουγουνά καμπακ μπαγλαμής.
τ. Sıçan deliğe sığmamış bir de kuyruğuna kabak bağlamış
Ποντικός στην τρύπα δε χώρεσε, στην ουρά του έδεσε και μια κολοκύθα.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που φορτώνεται με υποχρεώσεις πάνω από τις δυνάμεις του.
33. Το σέρι μο τα χετιγέδα, χέρκες φιά τα.
Το χέρι με τα δώρα, ο καθείς το φιλά.
Βερέν ελί χερκές οπέρ.
τ. veren eli herkes öper.
Χέρι που προσφέρει, ο καθένας το φιλά
Ερμηνεία: Οφείλεις σεβασμό σ' αυτόν που σου προσφέρει βοήθεια.
Χέρι που σου δίνει δεν το δαγκώνεις.
34. Το χορτασμένο τσο κατέσει στου νηστικού την πείνα.
Ο χορτάτος δεν κατέχει από πείνα του νηστικού.
Τοκ, ατσην χαλιντέν ανλαμάζ.
τ. Tok, açın halinden anlamaz.
Ο χορτάτος δεν καταλαβαίνει τη δυστυχία του νηστικού.
Ερμηνεία: Το λένε στις περιπτώσεις που ένας “βολεμένος” δίνει συμβουλές αντί για υλική προσφορά, σε κάποιον που βρίσκεται σε ένδεια.
35. Του αρατίζει το καρφί, χάνει το νάλι.
Όποιος λυπάται το καρφί, χάνει το πέταλο.
Τσιβιγέ ουζουλέν, ναλή καγήπ ετέρ.
τ. Çiviye üzülen, nalı kayıb eder.
Όποιος τσιγκουνεύεται το καρφί, χάνει το πέταλο.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που κάνει τσιγκουνιές για τα ευτελή και χάνει τα πολύτιμα.
36. Του 'γαπά το βάρτι, 'γαπά τζαι το 'γκάθι του.
Όποιος αγαπά το λουλούδι, αγαπά και το αγκάθι του.
Γκιουλού σεβέν, τικενινέ κατλανίρ.
τ. gülü seven dikenine katlanır
Όποιος αγαπά το ρόδο ανέχεται το αγκάθι
Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του.
37. Του έσει άσπρα, φυσά το ζουρνά.
Όποιος έχει άσπρα (ασημένια νιμίσματα), φυσάει τη σάλπιγγα.
Παραγί βερέν τουτουγιού τσαλάρ.
τ. parayı veren düdüyü çalar.
Όποιος δίνει τα λεφτά παίζει την ντουντούκα
Παράδοση: Κάποτε ο Χότζας πήγαινε στην πόλη. Έτρεξαν κοντά του τα παιδιά της γειτονιάς και του παράγγειλαν να τους φέρει διάφορα δώρα. Ένας μικρός του έδωσε ένα παρά να του φέρει μια ντουντούκα. Όταν γύρισε ο Χότζας έτρεξαν τα παιδιά να ζητήσουν τις παραγγελιές τους. Ο Χότζας έδωσε τη ντουντούκα στο παιδί και είπε την παροιμία στους άλλους που παραπονέθηκαν
38. Του κλαι' 'ς χόρας την άκρα, χάνει τα φτάλμα του.
Κείνος που κλαίει για ξένες έγνοιες, χάνει τα μάτια του.
Γιαπαντζί καϊκηλαρά αγλαγιάν, κεντί γκιοζού καϋπετέρ.
τ. Yabancı kaygılara αğlayan, kendi gözü kaybeder.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που φροντίζει για τους άλλους και αφήνει τις δικές του υποθέσεις εκκρεμείς.
39. Του ξειά μαναχό του, τζο κλαι.
Όποιος πέφτει μοναχός του, δεν κλαίει.
Κεντί τουσέν αγλαμάζ.
τ. kendi düşen ağlamaz.
Μοναχός του όποιος πέφτει, δεν κλαίει.
Ερμηνεία: Όταν παίρνεις μόνος σου την απόφαση για μια πράξη, αν σου βγει στραβά μην παραπονιέσαι στους άλλους.
40. Του παρπατεί ατζελέ, ξειά σο γουβί.
Όποιος περπατεί βιαστικά, πέφτει στο λάκκο.
Ατζελέ γιορουέν γιολτά καλίρ.
τ. acele yürüyen yolda kalır
Όποιος περπατεί βιαστικά, μένει στο δρόμο.
Όποιος βιάζεται σκοντάφτει.
Ερμηνεία: Το λένε γι αυτόν που κάνει βιαστικά τις δουλειές. Το αποτέλεσμα είναι ελαττωματικό.
41. Του πίνει βερεσέ κρεσί, ίνεται δεύτερο ζαρχόσης.
Όποιος πίνει βερεσέ κρασί, μεθάει δυο φορές.
Βερεσιγέ ιτσέν, ικί κερέ ζαρχός ολούρ.
τ. Veresiye içen, iki kere sarhoş olur
Όποιος πίνει βερεσέ, μεθάει δυο φορές
Ερμηνεία: Όποιος πίνει βερεσέ μεθάει πρώτα όταν πίνει και “μεθάει” για δεύτερη φορά, τότε που πληρώνει το χρέος και στενοχωριέται.
42. Του Ρωμού τ' αχίλι έρτσεται τε 'στέρου.
Του Ρωμιού το μυαλό έρχεται πιο ύστερα (κατόπιν εορτής).
Γκιαβουρούν αχλή, σονρατάν γκελίρ.
τ. Gâvurun aklı sonradan gelir.
Το μυαλό του άπιστου έρχεται εκ των υστέρων.
Ερμηνεία: Το λένε για κάποιον που είναι παθός μαθός.
43. Του σηκούτι οφκελούς κάθητη μο το ζιάνι.
Όποιος σηκώνεται θυμωμένος, κάθεται ζημιωμένος,
Οφκέιλεν καλκάν, ζιάνιναν οτουρούρ.
τ. Öfkeyle kalkan, zararla oturur
Όποιος σηκώνεται με θυμό, κάθεται με ζημιά.
Ερμηνεία: Όταν έχεις μια διαφορά με κάποιον πρέπει νηφάλια να αντιμετωπίζεις το πρόβλημα.
44. Του τζο πορεί να κρούσι το γαϊρίδι, κρου' το σαμάρι.
Όποιος δεν μπορεί να βαρέσει το γάιδαρο, χτυπάει το σαμάρι.
Εσεγέ γκιουτζού γετμεγίπ, σεμερινί τοβμέκ.
τ. Aşeğe gücü yetmeyip semerini dövmek
Όποιου δε φτάνει η δύναμη στο γάιδαρο, να χτυπάει το σαμάρι
Το λένε για άνθρωπο που ξεθυμαίνει στους παρακατιανούς, όταν τον καταπιέζουν οι ανώτεροί του.
45. Τουφάνκι, άβγο τζαι 'ναίκα αμανάτι τζ' 'ούνεται.
Τουφέκι, άλογο και γυναίκα δεν τα θέτεις ενέχυρο.
Σιλάχ, ατ, αβράτ οτούτς ολμάζ.
τ. Silah, at, avrat ödünç olmaz.
Όπλο, γυναίκα κι άλογο δε δανείζονται.
Ερμηνεία: Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν τα εμπιστεύεσαι σε άλλους.
46. Του χα ειπείς κατές τα, του χα 'κους τζο κατές τα.
Αυτό που θα πεις το ξέρεις, αυτό που θ' ακούσεις δεν το ξέρεις.
Τετιγινί μπιλίρσιν, τουϊτουγιουνού μπιλμέσιν.
τ. dediğini bilirsin, duyduyunu bilmesin
Αυτό που λες το ξέρεις, αυτό που θα ακούσεις δεν το ξέρεις.
Ερμηνεία: Το λένε για τους αμετροεπείς που παίρνουν πληρωμένη απάντηση.
47. Τσυλίστην το χαριένι, τσ' ηύρεν το χαπάχι.
Κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Τεντζερέ γιουβαρλαντή, καπαγηνή μπουλτού.
τ. Tencere yuvarlandı kapağını buldu.
Κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι του.
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει.
Όμοιος στον όμοιο πάντα πλησιάζει.
Όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα.
Ερμηνεία: Λένε την παροιμία, ειρωνικά, για δυο ανθρώπους που ταιριάζουν στη αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά.
48. Φα το σταφύλι τζαι μη ρωτάς το μπέλι.
Ουζουμουνου γιε τε παγινι σόρμα
τ. Üzümünü ye de bağını sorma
Φάε το σταφύλι και μη ρωτάς για το αμπέλι του
Παράδοση: Τα παλικάρια του χωριού κατασκήνωναν το Φθινόπωρο, στην εξοχή όπου έβοσκαν τα ζώα μετά τις δουλειές του καλοκαιριού. Μια μέρα, έφαγαν το κολατσιό τους και έστειλαν ένα της παρέας να φέρει σταφύλια από κοντινό αμπέλι. Ρωτάει κάποιος της παρέας: “Πολύ νόστιμα σταφύλια, από ποιο αμπέλι τα έφερες;” Και αυτός του λέει, “Φάγε το σταφύλι και μη ρωτάς το αμπέλι.” Ήταν από το αμπέλι αυτού που ρωτούσε!
49. Φίδι του τζο με κρου, να σώσει 'κατό χρόνες.
Φίδι που δε με δαγκώνει, να ζήσει εκατό χρόνια.
Μπενί σόκμαγιαν γηλάν μπιν γιασασήν
τ. beni sokmayan yılan bin yaşaşın.
Φίδι που δε με κεντάει να ζήσει χίλια χρόνια.
Ερμηνεία: Το λένε με την έννοια, μην ανακατεύεσαι σε υποθέσεις που δεν σε επηρεάζουν και δεν σε αφορούν.
50. Χτισ' α γεθύρι τζ' αν πεγάιδιν, παγαίν' σου Χριστού τη στράτα.
Χτίσε μια γέφυρα κι ένα πηγάδι, πηγαίνεις στο δρόμο του Χριστού.
Πιρ κιοπρού ετέν Πεϊγαμπέρ γιολουνά γκιτέρ
τ. Bir köprü eden Peygamber yoluna gider
Όποιος χτίζει μια γέφυρα, πάει στο δρόμο του Προφήτη.
Ερμηνεία: Αν χτίσεις μια γέφυρα και κάνεις μια βρύση, θα έχεις την ευλογία του Χριστού και των Αγίων.