Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 3 από 19

Το Αραβάν. Δυο αγόρια, ο κουτός κι ο έξυπνος

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

Το Αραβάν. Βρίσκεται 110 χλμ. ΒΔ της Καισαρείας και 31 χλμ. Από τη Νίγδη. Ήταν Μουχταρλίκι που υπαγόταν στο Μουτεσαριφλίκι Νίγδης και στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου. Με την Ανταλλαγή έφτασαν εδώ Έλληνες ελληνόφωνοι, 78 οικογένειες, 245 ψυχές⟨39⟩

3

Αραβάν. Ρυό φσέα: το çανό, το αqουλού (R. M. D. σελ. 330)

Ήσανε ρυό φσέα, αdέλφια, τόνα çανό και τόνα αqουλού. Είχαν ένα βαβά, και πέρατουν. Ιτό βαβά τουν ζεgίν τουν. Είχαν και πολλά πρόβατα και ένα τανά. Είχαν και ρυό αχeρια, τόνα τεζέ και τάλο παλιό. Βαβά τουν πέθανε και γυρεόυν να μοιράσουν τα παράγια και τα χτήνη.

Ένα μέρα τ' αqουλού σο çανό ç' είπε, “'Οσα πρόβατα bούν σο τεζέ σο αχeρ τομόν dαι, όσα μbούν σο παλιό το σον dαι.” Σόνgρα ούλα τα πρόβατα έμbαν σο τεζέ σο αχeρ, και το τανά έμbη σο παλιό σ' αχeρ. Σόνgρα ούλα τα πρόβατα ένdαν αqουλιουρού, και το τανά ένdον çαναριού.

Ετιά ήνgρεψαν να μοιραστούν βαβά τουν τα παρέα. Ετό το αqουλού σάλσεν το çανό σο ιμάμ, να gρέψ ένα σοινίκ. Και 'ς ετό ç' είπε, “Μή τα λες,” να μοιραστούν τα παρέα. Το çανό πήγε σο Ιμάμ, και ήνgρεψε το σοινίκ. Και ιμάμης 'ς ετό ç' είπε, “Çί να το bοίκητ;”. Και το çανό ç' είπε, “Να μή μοιραστούμε βαβά μας τα παρέα.” Και σο σοινίκ μέσα βάφκε μέλ. Σόνgρα έδωκέν dο, και ήφερεν dο. Σόνgρα μοιράσταν τα παρέα, και το σοινίκ έdωκάν dο σο ιμάμ. Αλλά το σοινίκ άς το είχε μέλ, τα παρέα γιαπούϊσαν σο σοινίκ, και πήραν dα ιμάμης.

Σόνgρα ετιά έμαράν dο το πήρε παρέα. Βρεΐσταν dο και ρίψαν dο 'ς ένα πλερός. Σόνgρα έκοψαν τα κεφάλια προβατιούν, και ρίψαν dα σο πλερός.

Αργά τ ήρτε κανείς να βρεϊσçή το ιμάμ, και να ψάλ σο jαμί. Και το αqουλού σο çανό ç' είπε, “Κανείνα μη το λες, πού έχουμ το ιμάμ.” Σόνgρα ήρταν ζαπτιάρε, και αράdζαν το ιμάμ. Και το çανό ç' είπε, “Ιμάμης σο μότουρ το πλερόζ νε.” Σόνgρα ήφεραν κανείνα να κατεβή σο πλερός και να βγάλ ιμαμ. Σόνgρα εκείνο κατέβη, και ήγρεψε να βγάλ κιφάλια. Έβγαλ' ένα κιφάλ, dράνσε, gεçιριού. Έβγαλε κ' ένα άλο, dράνσε, προβάτ. Σόνgρα ετιά ζαπτιάρε πηρπήαν dα σο χάπις. Και το αqουλού ç' είπε σο çανό, “Χαϊdέ, φάλ τα χύρες, κ' έλα.” Κ' εκείνο πήγε, φόρτωσε τα χύρες σο ρέι τ, και ήρτε. Σόνgρα ετιά ζαπτιάρε σάλσεν dα.

Κ' ετιά πήγαν, ανέβαν 'ς ένα κοβάχ. Νύχτα ήρταν σεράνdα κλέφτε. Είχαν ένα çουβάλ λίρες, και gρέβισκαν να τα μοιραστούν. Ετό τ' αqουλού σο çανό ç' είπε, “Τα χύρες ρίψε τα και ανέβα,” είπε. Κ' εκείνο έριψεν dα, και έπεσαν σα κλέφτε απάνω. Σόνgρα ούλα βάφκαν τα λίρες, και έφυγαν. Ένα μαναχό πόμνε σα χύρες απκάτω. Σόνgρα κατέβαν, έδειράν dο. Πήραν και τα παρέα και πήγαν.

Ερμηνεία. Αραβάν. Δυο αγόρια: ο κουτός και ο έξυπνος

Ήταν δυο αγόρια αδέλφια, το ένα κουτό, το άλλο μυαλωμένο. Είχαν ένα πατέρα και περνούσαν. Ο πατέρας τους ήταν πλούσιος. Είχαν πολλά πρόβατα και ένα βόδι. Είχαν και δυο στάβλους, ένα καινούργιο, ένα παλιό. Ο πατέρας τους πέθανε και ήθελαν να μοιράσουν τους παράδες και τα κτήνη.

Μια μέρα ο έξυπνος λέει στον κουτό, “Όσα πρόβατα μπουν στο καινούριο αχούρι είναι δικά μου, όσα μπουν στο παλιό δικά σου είναι.” Ύστερα, όλα τα πρόβατα μπήκαν στο καινούργιο αχούρι και το βόδι μπήκε στο παλιό αχούρι. Ύστερα, όλα τα πρόβατα έγιναν του έξυπνου και το βόδι έγινε του κουτού.

Αυτοί ήθελαν να μοιραστούν τους παράδες του πατέρα τους. Ο έξυπνος έστειλε τον κουτό στον Ιμάμη να γυρέψει ένα μετρητή. Και είπε σ' αυτόν, “Μη του πεις ότι θα μοιραστούμε τους παράδες”. Ο κουτός πήγε στον Ιμάμη και γύρεψε το μετρητή. Και ο Ιμάμης είπε, “Τί θα το κάμετε το μετρητή;” Ο κουτός είπε, “Να μη μοιραστούμε τους παράδες του πατέρα μας”. Και ο Ιμάμης έβαλε στο μετρητή μέσα μέλι. Ύστερα το έδωσε και το έφερε. Ύστερα μοιράστηκαν τους παράδες, και έδωσαν το μετρητή στον Ιμάμη. Αλλά καθώς ο μετρητής είχε μέλι στον πάτο του, κόλλησαν παράδες στον πάτο του μετρητή και τα πήρε ο Ιμάμης.

Ύστερα, αυτοί έμαθαν πως πήρε τους παράδες. Τον βρήκαν και τον έριξαν σε ένα πηγάδι. Ύστερα έκοψαν τα κεφάλια από τα πρόβατα και τα έριξαν στο πηγάδι.

Αργά ήλθε κάποιος να αναζητήσει τον Ιμάμη για να ψάλει στο τζαμί. Και ο έξυπνος είπε στον ανόητο, “Μη το λες σε κανένα πού έχουμε τον Ιμάμη.” Ύστερα ήλθαν αξιωματικοί και αναζήτησαν τον Ιμάμη. Και ο κουτός είπε, “Ο Ιμάμης είναι στο δικό μας πηγάδι.” Ύστερα έφεραν κάποιον να κατέβει στο πηγάδι για να βγάλει τον Ιμάμη. Ύστερα εκείνος κατέβηκε και άρχισε να βγάζει κεφάλια. Έβγαλε ένα κεφάλι, είδε ήταν κατσίκας. Έβγαλε ένα άλλο κεφάλι, το παρατήρησε και πρόσεξε πως ήταν προβάτου. Ύστερα τους πήραν οι αξιωματικοί τους πήγαν στη φυλακή. Και ο έξυπνος είπε στο χαζό, “Άιντε, σφάλισε τις πόρτες και έλα.” Και εκείνος φόρτωσε τις πόρτες στη ράχη του και ήλθε. Ύστερα αυτοί οι αξιωματικοί τους ξαπόστειλαν.

Αυτοί πήγαν ανέβηκαν σε μία λεύκα. Νύχτα ήλθαν σαράντα κλέφτες. Είχαν ένα τσουβάλι λίρες και ήθελαν να τις μοιραστούν. Ο έξυπνος είπε στον κουτό, “Ρίξε τις πόρτες και ανέβα” είπε. Κι εκείνος τις έριξε και έπεσαν πάνω στους κλέφτες. Ύστερα όλοι οι κλέφτες άφησαν τις λίρες και έφυγαν. Έμεινε μόνο ένας μοναχά κάτω από τις πόρτες. Ύστερα κατέβηκαν, τον έδειραν. Πήραν και τους παράδες και έφυγαν.

Σημειώσεις

  1. ⟨39⟩ ΕΞΟΔΟΣ Β΄ Κ. Μ. Σ., σ. 214. ↩