Η Αξό⟨36⟩ (Hasköy = αγνό χωριό) απέχει 90 χλμ ΝΔ της Καισάρειας και 28 χλμ. από Νίγδη. Κατά την Ανταλλαγή πληθυσμών είχε 1112 οικογένειες, 3687 άτομα. Ήταν μία από τις πολυπληθέστερες ελληνόφωνες κοινότητες με Ρωμιούς και δεν είχε κανένα Τούρκο.⟨37⟩ Ήταν Κοινότητα (Muhtarlιk) που υπαγόταν στο Μουτουρλίκι της Λίμνα στο Καϊμακαμλίκι του Πόρου, στο Μουτεσαριφλίκι της Νίγδης και στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Ικονίου. Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες διασκορπίστηκαν στην Κρήτη σε πολλά χωριά, στη Νέα Αξώ (Εσκιτζέ) Γιαννιτσών, στη Θεσσαλονίκη, στην Αριδαία, στην Αθήνα, στον Πειραιά⟨38⟩.
1
Aξo α. Ο γιαghέρ κι ο αρqαdάσ' (R. M. Dawkins 1. σ. 388)
Βir βαqeτ κειοτάν dυό αρqαdάσα. Πήγαν, πήγαν, ξέβαν, πήγαν. Τόνα είπεν, “Πείνασαμ, ας φάμ το σον το χρειά, κ' ύστερα το μον.” “Χάιdε, ας φάμ το μον.” Έφαγαν χρειά τ. Σκοτιάνεν. “Ας κοιμηχούμ λίγο.” Κοιμήχανε. Τόνα κειόταν γιαghέρ, φήκεν dο αρqαdάσι τ, ξέβεν, πήγεν. Ήρτεν σο σπίτι τ. Εκείνο τ' άλλο τ' αρqαdάσι τ εκεί ύπνωσεν. Σκώχεν, τρανά, κανείς dε νεν κοντά.
Πήγεν, πήγεν. Εκεί ηύρεν ένα μύλος. Εκεί κειόταν dιαόλ. Εκεί κοιμήχε σο ταγνέ. Ήρταν dιαβόλ. Το μέγα και είπεν, “Εώ μύρισε ινσάνος.” Τ' άλλα τα μικρά είπαν, “Dεν ν' εώ κανείς.” Κάτσαν εκεί, ό,τι είχαν σο μελό τνε, είπαν dο. Πού έχουν τα παράγια, πού έχνε νερό. Εκείνο Χριστιανός ούλ' άκουσέν dα. Φώτσεν ο νού τ. Πήρε τα παράγια, ήρτεν σο χωριό.
Λερό dεν είχαν σο χωριό. Σκώχεν, πήγεν 'ς το qαβάχ αποκάτω, ξέβαλεν λερό. Άλλο dεν dεΐσαν για λερό οι Χριστιανοί. Ύστερα καζάντησε πολλά παράγια και πολλά bαχçίζια πήρεν.
Εκεί τ' άλλο τ' αρqαdάσι τ, “Απαπού τα πήρες ετούτα τα παράγια;” Κ' εκείνο είπεν, “Εκεί το βραΰ εσύ που μ' αφήκες, κ' ήλτες παρέμις, εγώ πήγα, ηύρα ένα μύλο, κ' εκεί τα είπαν, ούλα άκουσά τα. Ας τα qαβάχια αποκάτω ξέβαλα το λερό, και dεν εdεΐσαν άλλο.”
Κ' εκείνο τ' άλλο τ' αρqαdάσι τ είπεν, “Να πάω κ' εγώ.” Και πήγεν, κάτσε εκεί σο ταγνέ μέσα. Και dιαβόλ ούλα ήρτανε. Το μέγα είπε, “Εχτές είπα σας εώ, κ' ήρτε κανείς. Κ' εσείς dεν τράνσατε. Σήμερα πάλι σηκωχάτ, τρανάτε.” Διαβόλ σκώχαν, τράνσαν. Ήβραν σο ταγνέ μέσα το αρqαdάσι τ. Το dιαόλ έμαχάν dο, σκώχανε, εκείνο ινσάν κόνσανε σην ασότρα του μύλου. Το νερό έβγκαλέν dο σα καγιάδα. Όντε ξύπνησε, ήλθε σον αρκατάση του χιζμακιέρ.
Εκείνα ζήσαν καλά κι εμείς πολύ καλά
Ερμηνεία. Αξό α. Ο Πονηρός κι ο σύντροφος
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο φίλοι. Πήγαν πήγαν βγήκαν πήγαν. Ο ένας είπε, “Πεινάσαμε, ας φάμε το δικό σου προσφάγι κι ύστερα το δικό μου.” “Άιντε ας φάμε δικό μου.” Έφαγαν τη χρεία του. Σκοτείνιασε. “Λίγο ας κοιμηθούμε.” Κοιμήθηκαν. Εκείνος ο πονηρός, άφησε το φίλο του, κι βγήκε, πήγε. Ήλθε στο σπίτι του. Εκείνος ο άλλος σύντροφος κοιμήθηκε εκεί. Σηκώθηκε, παρατηρεί πως κανείς δεν είναι κοντά του.
Πήγε πήγε. Εκεί βρήκε ένα μύλο. Εκεί ήταν των διαβόλων. Εκεί κοιμήθηκε στην ταΐστρα. Ήλθαν οι διάβολοι. Ο μέγας είπε, “Εδώ μυρίζει άνθρωπος”. Οι άλλοι οι μικροί είπαν, “Δεν είναι εδώ κανείς”. Κάθισαν εκεί, ό,τι είχαν στο μυαλό τους το είπαν. Πού έχουν τους παράδες, πού έχει νερό. Εκείνος ο Χριστιανός όλα τα άκουσε. Φωτίστηκε ο νους του. Πήρε τους παράδες και ήλθε στο χωριό.
Νερό δεν είχαν στο χωριό. Σηκώθηκε πήγε στη λεύκα, από κάτω έβγαλε νερό. Δεν έκαναν πια άλλες δεήσεις για νερό οι Χριστιανοί. Ύστερα κέρδισε πολλούς παράδες και πήρε πολλά δώρα.
Εκεί ο άλλος σύντροφος ρώτησε, “Από πού τους πήρες αυτούς τους παράδες;” Κι εκείνος είπε, “Εκεί το βράδυ εσύ που μ' άφησες κι ήλθες εδώ, εγώ πήγα, βρήκα ένα μύλο. Εκεί τα είπαν, όλα τα άκουσα. Κάτω από τις λεύκες έβγαλα το νερό και δεν χρειάστηκε πια να κάνουν άλλες δεήσεις”.
Και εκείνος ο άλλος σύντροφος είπε, “Να πάω κι εγώ”. Και πήγε και έκατσε εκεί μέσα στην ταΐστρα. Και οι διαβόλοι όλοι ήρθανε. Ο μέγας είπε, “Σας είπα χτες πως κάποιος ήλθε εδώ. Και εσείς δεν προσέξατε. Σήμερα πάλι σηκωθείτε παρατηρήστε”. Οι διαβόλοι σηκώθηκαν και έιδαν. Βρήκαν μέσα στην ταΐστρα τον σύντροφο. Οι διαβόλοι τον μάζεψαν, σήκωσαν εκείνο τον άνθρωπο, τον έριξαν στο ρέμα του μύλου. Το νερό τον έβγαλε στα βράχια. Όταν ξύπνησε, ήλθε στον σύντροφό του υπηρέτης.
Εκείνοι ζήσανε καλά κι εμείς πολύ καλά.
Σημειώσεις
- ⟨36⟩ Γ. ΜΑΥΡΟΧΑΛΥΒΊΔΗ ΚΑΙ Ι. Ι. ΚΕΣΙΣΟΓΛΟΥ “ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΥ” Πρόλογος Ν. Π. Ανδριώτη, Κ. Μ. Σ. ΑΘΗΝΑ, 1960. ↩
- ⟨37⟩ Παρετυμολογείται ως Νάξος, όπως και η Σπάρτα Πισιδίας ως Σπάρτη. Παλαιότερα στην Εκκλησία Αγίας Μακρίνας υπήρχε Ευαγγέλιο γραμμένο σε δέρμα το οποίο οικειοποιήθηκε ένας Άγγλος. Υπήρχε και το λείψανο της αδελφής του Γρηγορίου Θεολόγου, της Μακρίνας. Ι. Η. Κάλφογλους “Μονή Φλαβιανών”, Αλέξανδρος Νομισματίδης, 1898, σ. 10. ↩
- ⟨38⟩ Γεωργίου Π. Μαυροχαλυβίδη “Η ΑΞΟ Καππαδοκίας” ΑΘΗΝΑ, 1990, σ. 390 επ. ↩