Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 5 από 19
Το Γούρδουνος. Το Βασιλόπουλο και βάτραχος νύφη
Γούρδουνος. Το Γούρδουνος. Βρίσκεται 109 χλμ. ΝΔ της Καισαρείας και μόλις 2,5 χλμ. της Νίγδης. Με την Ανταλλαγή έφτασαν εδώ 67 οικογένειες – 213 ψυχές. Η γλώσσα ήταν ελληνική (διάλεκτος της καππαδοκικής). Ήταν Μουχταρλίκι που υπαγόταν στο Μουτεσαριφλίκι Νίγδης και στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου.
5
Γούρδουνος. Του Πατισάχου ο γιος τζαι βάτρακλα (R.M.D 2. σ. 340)
Ένα πατισάχος είχε τρία παιριά. Τα ρυό dίκισέν dα. Αν το μικρό να το dικίς. Πέτασαν ένα γούρα. Έπεσε 'ς ένα βάρτλακα. Το βάρτλακα τουλουσουμλού χτου. Πατισιαχιού το παιρί παίνισκε σο σεράχ. Το βάρτλακα βγαίνισκε ας το γαbί τ, νίσκοτουν ένα Dουνιά Güζέλ. Φουκάλινε, ψήνισκε, σόνgρα έμbη σο γαbί τ. Πατισαχιού το παιρί γείρεν do, και είπεν σο πατέρα τ. Πατέρα τ qεσqάνσεν dο και gρέβισκε να το παρ το βάρτλακα. Πατισάχος είπε σο παιρί τ, “Έχω τρία τεκλίφια. Αν dα φέρηζ με, να σε dώκω 'ς εσέ.” Τί ενι τα τεκλίφια σου;” “Άσο çαέρ να βγάλεις τρία χιάρια τζαι να μ' τα φέρεις.” Το παιρί παιν σο çαχ, και çεghερdά, “Βακ, βακ, ανά. Gρέβω τρία χιάρια χαρέτσα.” Εκείνο dιν dο. Παιρ παίν dα σο πατέρα τ. Πατισάχ ήγρεψε ένα μικρό çαdέρ, “Γούλο μ το ασκέρ να χωρίς, και να πλεμνή ήμπσο μέρος,” είπε. Το παιρί παιν σο çαχ, τζαι çεghερdά, “Βακ, βακ, ανά. Gρέβω ένα μικρό çαdέρ.” Εκείνο dιν dο. Παιρπαίν dο σο πατέρα τ. Είπε ο πατέρα τ, “Άνα τεκλίφ, ένα σουφρά, να το χπώ, και να ανοιγή με του κόσμου τα καλά, και να καθίζει ένα χίλια ασκέροι.” Το παιρί παιν σο çαχ, και çεghερdά, “Βακ, βακ, ανά. Gρέβω ένα σουφρά. Να χπω και να ανοιγή με του κόσμου τα καλά, και να καθίζει χίλια ασκέρο.” Έdωκέν dο. Πηρπήεν dο σο πατέρα τ. Πατέρα τ τσατλάτσε, πέρανε. Το κορίς έκαψε το γαbί τ έννε Dουνιά Güζέλ. Έννε το παιρί πατισάχος. Και έπκαν πάλ güζέλ γάμος. Çάλσαν τα νταούλια, έπαιζαν κεμενέ οφτά ημέρες, οφτά νυέχτες.
Ερμηνεία. Γούρδουνος. Του Βασιλιά ο γιος και η βατραχίνα
Ένας βασιλιάς είχε τρία παιδιά. Τα δύο τα πάντρεψε. Ήθελε να παντρέψει και το μικρό. Έριξαν ένα γούρι. Έπεσε σε μια βατραχίνα! Αυτή η βατραχίνα ήταν μαγική. Το παιδί του Βασιλιά την πήγε στο Σεράι. Η βατραχίνα όταν έβγαινε από το καβούκι της, γινόταν μια πεντάμορφη του κόσμου.
Σκούπιζε, έψηνε, ύστερα έμπαινε στο καβούκι της. Το παιδί του Βασιλιά την είδε και το είπε στον πατέρα του. Ο πατέρας του ζήλεψε και γύρευε να την πάρει τη βατραχίνα. Ο Βασιλιάς είπε στο παιδί του, “Έχω τρία αιτήματα. Αν μου τα φέρεις θα τη δώσω σε σένα. “Ποια είναι τα αιτήματά σου;” “Από το γρασίδι να βγάλεις τρία αγγούρια, και να μου τα φέρεις”. Το παιδί πάει στο ρέμα και κραυγάζει, “Βακ, βακ μάνα. Θέλω τρία αγγούρια τώρα.” Εκείνη τα δίνει. Παίρνει πηγαίνει στον πατέρα του. Ο Βασιλιάς ζήτησε ένα μικρό τσαντίρι. “Όλος ο στρατός μου να χωράει και να απομένει μισό μέρος,” είπε. Το παιδί πάει στο ρέμα και κραυγάζει, “Βακ, βακ, μάνα. Γυρεύω ένα μικρό τσαντίρι.” Εκείνη του το δίνει. Το παίρνει πάει στον πατέρα του. Είπε ο πατέρας του, “Ένα αίτημα, ένα τραπέζι να το χτυπώ, και να ανοίγει με του κόσμου τα καλά, και να κάθονται χίλιοι στρατιώτες.” Το παιδί πάει στο ρέμα και κραυγάζει, “Βακ, βακ, μάνα. Γυρεύω ένα τραπέζι, να χτυπώ και να ανοίγει με του κόσμου τα καλά, και να κάθονται χίλιοι στρατιώτες”. Το έδωσε. Πήγε στον πατέρα του. Ο πατέρας έσκασε, πέθανε. Το κορίτσι έκαψε το καβούκι, έγινε η όμορφη του κόσμου. Έγινε το παιδί Βασιλιάς. Έκαναν πάλι λαμπρό γάμο. Βρόντηξαν τα νταούλια, έπαιξαν βιολιά εφτά μέρες και νύχτες.