3
Ατέ το ιταίρι ένι του τατά μου
Αυτό το βρακί είναι του πατέρα μου
Κείμενο. Σα μπρο τον dαρό, οι άντροι φοραίγκαν μάλλινα πλεκτά ιτέρα μακρά, σου κετσελικού τον τόπο. Τσας κεζερντίσκαν σο μεϊτάνι, ση μέση τουν τολαστίσκαν α μακρύ ζωνάρι οχτώ δέκα γκώνες τζαι α σπιθαμή πλάτος. Το ινα την άκρη παγλατίσκαν τα σ' ε στύο τζαι τάβο τυλίσκαντα ση μέση τουν. Ταβρήγκαν το ζωνάρι τζαι υριζούσανται χώστου να τυλιχτεί φσιχτά ση μέση τουν. Τσας φταιγκαν οι ναίτζες μο τον κορσέ. Αούτζι οι τελικαννούδες φαινούσανται γιαρ φυτανλούδες τζαι φυάγκαν τη μέση στα ραστ γκελέν τομπρούχα.
Ο Γιώρκης σο χωρίο ήτουν αν χορανταλούς γιαρ φυdανλούς άντρας, ασίκης χεμ πολύ μερακλής! Είσην τέσσερα μαχτσούλε. Δύο κορτζόκκα ήσαντε σου παραδομάτου τον dαρό. Ο Γιώρκης ήτουν πολύ σεβdαλούς με τ' ε 'ναίκα στ' άβο το μεχά, μο την Αγλαΐα. Τα δύο σπίτα τσούσαντε πολύ μακρά πενεντάβου τουν, νος τσιγαρά στράτα. Τζαι η Αγλαΐα ήτουν παραδομένο τζαι είσεν αν gόρη, 12-13 χρονών ματάκα. Ο άντρας σ' Αγλαΐας dάιμα παγαίγκην σα πομεινά τα χωρία τζαι καμναίνκην. Α βτομάδα, δύο βτομάδες καμνένκην τζαι υριζούτουν σο πίτι. Ο Γιώργκης βρήσκην φορσάντη να νάρτει σο σπίτι ζ' Αγλαΐας να ποίτζει ζιαρέτι σ'η σεβγκιλού. Το κορτζόκκο η μά του, πητάσκην dα να σωρέψει χόρτα.
Α ημέρα ζ' Αχλαΐας το χαβλού σα τέλλα πάνου ήτουν κρεμασμένο αν αντρικό ιταίρι. Ήτουν α μακρύ μάλλινη πλεκτή φανέλα. Τζας δεβαίγκην σ' το σοκάχι, τόινα η κόρη του Γιώρκη, είδεν το ιταίρι, τανίστσεν dα κι ένι του τατά του, πασλάτσην να βρίζει τη γοντσίσα, “Ατέ το ιταίρι ένι του τατά μου! Τούς βρέθην αδού; Γιόξαμ έκληψής τα;” είπεν dι. Έβγκην στο σπίτι η κόρη ζ' Αγλαΐας τζαι τσαγήσρεν, παγήρσεν, “Ατο το ιταίρι ζελμόνσην dα ο τατάς σου χτες σο σπίτι μας. Έπλυνην dα η μα μου τζαι γω έφκώσα τα σα τέλλα να ξερώσει dεϊ. Χαρέτζα, έπαρ το ιταίρι τζαι άμη σου δεβόβου τη θύρα να γλυτώσουμι τζαι στου τατά σου τα χουμάδα!” Το κορτζόκκο πήρην το ιταίρι τζαι πην ση μά του. Ατέ τη μία ήρτην του Γιώρκη η ναίκα τσαι σο πεστιμάλι του γεμοσμένο α σωρό θάλα. Πασλάτσην τσαγίρσεν, “Πατσαβούρα, ορουσπού, χωρίζεις άντρες...”, κοντά τα θάλα ζ' Αγλαΐας τη θύρα τσαι σο λαμαρινένο δώμα. Σωρεύτην ο μεχάς στον κουρουλτού. Βγκαίνει η Αγλαΐα όξω τζαι πιέσταν στα μαλλία. Του χωρού τσολούχ τσοτσούχι σορεύτην σο σεΐρι. Δύο άντροι γοντσίδες πιέσαν τις ναίτσες τζαι μο το ζόρι χώρισάν dα. Πήραν του Γιώργκη τη 'ναίκα φόρτωσάν dα σον αραbά τζαι πάγασάν dα σο σπίτι του. Είπαν σε τ' άβου τη 'ναίκα, “Ουτανμάζ”!
Ερμηνεία. Τον παλιό καιρό, οι άντρες φορούσαν μάλλινα πλεκτά μακριά βρακιά σε θέση νυχτικού. Όταν περιφέρονταν στις πλατείες τύλιγαν στη μέση τους μια μακρυά ζώνη οχτώ δέκα πήχες και με πλάτος μια πιθαμή. Έδεναν τη μια άκρη σε ένα στύλο και την άλλη άκρη την τύλιγαν στη μέση τους. Τραβούσαν το ζωνάρι και έπαιρναν στροφή ώσπου να τυλιχτεί στη μέση τους σφιχτά. Όπως έκαμναν οι γυναίκες με τον κορσέ. Έτσι τα παλικάρια φαινόντουσαν σπαθάτα λυγερόκορμα και προστάτευαν τη μέση τους από απρόσμενα και τυχαία χτυπήματα.
Ο Γιώργος στο χωριό ήταν ένας φαμελιάρης άντρας, λυγερόκορμος, ερωτιάρης και πολύ μερακλής! Είχε τέσσερα παιδιά. Δυο κορίτσια του ήταν ώριμες σε ηλικία γάμου. Ο Γιώργος ήταν πολύ ερωτευμένος με μια γυναίκα από τον άλλο μαχαλά, με την Αγλαΐα. Τα δύο σπίτια δεν ήταν πολύ μακριά μεταξύ τους, ανάμεσά τους, μια τσιγαριά δρόμος. Και η Αγλαΐα ήταν παντρεμένη και είχε ένα κοριτσάκι, μια γατούλα 12-13 χρονών. Ο άντρας της Αγλαΐας πήγαινε σε άλλα γειτονικά χωριά και δούλευε. Μια εβδομάδα, δυο εβδομάδες δούλευε και γύριζε στο σπίτι του. Ο Γιώργος έβρισκε έτσι την ευκαιρία να έρχεται στο σπίτι της Αγλαΐας για επίσκεψη στην αγαπητικιά του. Το μικρό κορίτσι η μάνα της, το έστελνε να μαζέψει χόρτα.
Μια μέρα στην αυλή της Αγλαΐας, πάνω στα σύρματα ήταν κρεμασμένη μια ανδρική βράκα. Ήταν μια μακριά πλεκτή μάλλινη φανέλα. Μια κόρη του Γιώργου, καθώς περνούσε από το δρόμο, είδε το βρακί, γνώρισε πως είναι του πατέρα της και άρχισε να βρίζει τη γειτόνισσα, “Αυτό το βρακί είναι του πατέρα μου! Πώς βρέθηκε εδώ; Μήπως εσείς το κλέψατε;” είπε. Βγήκε από το σπίτι η κόρη της Αγλαΐας και τσίριξε, ούρλιαξε. “Αυτό το βρακί το ξέχασε χτες ο πατέρας σου στο σπίτι μας. Αυτό το έπλυνε η μάνα μου κι εγώ το άπλωσα στα σύρματα για να στεγνώσει. Τώρα πάρε το βρακί και πήγαινε στου διαβόλου τη μάνα, να γλυτώσουμε και από τις παλαβομάρες του πατέρα σου!” Το κορίτσι πήρε το βρακί και πήγε στη μάνα της να της τα πει. Με μιας ήλθε η γυναίκα του Γιώργου και στην ποδιά της γεμάτη ένα σωρό πέτρες. Άρχισε να ουρλιάζει και να ωρύεται, “Πατσαβούρα, πουτάνα χωρίζεις άντρες...”, ρίχνει τις πέτρες στην πόρτα της Αγλαΐας και πάνω στις λαμαρίνες της σκεπής. Μαζεύτηκε η γειτονιά από τις βροντές. Βγαίνει η Αγλαΐα όξω και πιάστηκαν από τα μαλλιά. Του χωριού το γυναικομάνι μαζεύτηκε στο σεργιάνι. Δύο άντρες γείτονες έπιασαν τις γυναίκες και με ζόρι τις χώρισαν. Πήραν τη γυναίκα του Γιώργου, την φόρτωσαν σε ένα κάρο και την πήγαν στο σπίτι της. Είπαν και στην άλλη γυναίκα, “Ξεδιάντροπη”!