2
Το κούπι τούς ενότουν βεντούζα
Το πιθάρι πώς έγινε βεντούζα
Κείμενο. Σο χωρίο μας dοκτόρη τζούχαμε, ατζείνο τον νταρό. Τζας ήτουν α στανιέρη νομάτ, dάιμα στριγκάγκαν τη Μαμή του χωρού. Γιανή, μαμή του λέγκαν, ήτουν αν μπεσερικλούς γραι του δίγκην γιαρτίμι σις λεχώνες. Να βρισκούτουν α στανιέρη, ό,τι τζαι να είσην, δίγκεν τις αλοιφές τζαι κρούγκην βεντούζες, πότι κοφτές πότι κούφιες ση ράση του. Αβούτζι “δεβαίγκην” ο πόνος. Ερ να σαντζιλαντίσκεν τις, κοπανίσκεν λιναρού σπόρο για τσαβταρού σπόρο σο χαβάνι τζαι φτέγκην μο το ζυμάρι, ζεστό λαπά. Γιαπουστουρτήσκην dα μο το πεσκίρι σην τζοιλία του στανιέρη. Σα μου τζούχαν λιναρού σπόρο για τσαβτάρι, φταίγκαν λαπάς μο βρασμένο πουλγούρι, κοπανίσκαν κθάρι. Α ημέρα, σαντζιλάνσην ο Ντελή Ναστάς τζαι πονήγκην πάς ουστού. Η Μαμή τζο βρέθην σο χωρίο. Με άλεϊ η Μαμή είσην τις βεντούζες. Τζαι πώ να ποίκουμε χαρέτζα; Νανόστανε οι 'ναίτζες κι, να πάρουν αν μιτσίκκο κιούπι, νdα γιαρατίσουν ζ' βεντούζας τον τόπο. Α γοντσίσα πήρην αν πελόνι τύλιξην λέικο βαμπάτζι, πότσην dα σο βυνατό ραχή τζαι ήαψεν dα. Μούχσεν dα σο κιούπι πέσου τζαι χέμεν γιαπουστούρσην dα σου στανιερού τη ράση. Το κιούπι κόλλησε ση ράση. Ήτουν τζαι αλιμάτου ο νομάτ. Το κιούπι έπεϊ κόλλησε σο δέρμα του πάνου. Τάβρησαν το κιούπι πόμεινην ση ράση του αν βένετο μπενάς. Είπαν οι 'ναίτζες, ντα κολλήσουμε τζαι σην τσοιλία του πα ινί. Υρίστου, είπαν σο νομάτι. Υρίστη ο στανιέρης. Βούτηξαν το πελόνι μο το βαμβάτσι σο ραχή, ήαψαν τζαι έμπασάν dα σο κιούπι πέσου. Γιαπουστούρσαν το κιούπι σην στοιλία του. Του νοματού η τσοιλία πρήστην, έμπην σο κιούπι πέσου. Το κιούπι ρόφηξην την τζοιλία του στανιέρη. Ο στανιέρης παγηρτά, τσαγηρτά στον πόνο. Κόπην το σολούχι του. Οι γοντσίσες ταβρούν το κιούπι, ο νομάτ παγηρτά στάου βυνατά. Οι 'ναίτζες ενόσαντη περισάνοι! Πασλάτσαν τσιπ ντάμα να παγηρτάν. Ταβρούν το κολλημένο κιούπι, ν'τα βγκάλουν dεϊ στην τζοιλία, ο νομάτ παϊλdά στον πόνο. Το πολύ πατιρτί τζαι το σαματά, ήξην dα τζαι α γοντσής, ήρτην να ιδεί πωτς ένι ατό το ταβατούρι. Χέμεν πήρεν α θάλι, δότζην το κιούπι τσάξην dα, γούλτουσην το νομάτη. “Με το κιούπι; Πά ποίκομε χαρέτζα δεχούς κιούπι;” λέτι ο στανιέρης του αρώθην τζαι ήνοιξεν τα φτάλμα του. Τ' αχίλι του ήτουν σο κιούπι. Ζελμόνσην τον πόνο.
Ερμηνεία. Στο χωριό μας γιατρό δεν είχαμε εκείνο τον καιρό. Αν ήταν ένας άρρωστος άνθρωπος, καλούσαν πάντοτε τη Μαμή του χωριού. Δηλαδή μαμή που έλεγαν, ήταν μια έμπειρη επιδέξια γριά που έδινε βοήθεια στις λεχώνες. Όποτε βρισκόταν ένας άρρωστος, ό,τι και να είχε, έδινε τις αλοιφές και του έριχνε βεντούζες, πότε κοφτές, πότε κούφιες στη ράχη του. Έτσι “περνούσε” ο πόνος. Εάν κοιλοπονούσε κάποιος κοπάνιζε λιναρόσπορο ή σπόρο από σίκαλη στο γουδί και με το ζυμάρι έκαμνε ζεστό έμπλαστρο. Με την πετσέτα κολλούσε το έμπλαστρο στην κοιλιά του αρρώστου. Αν δεν είχαν λιναρόσπορο ή σπόρο σίκαλης, έκαμναν λαπά με βρασμένο πλιγούρι ή κοπάνιζαν κριθάρι. Μια μέρα κοιλοπονούσε ο Ντελή Ναστάσης, πονούσε πατόκορφα. Η Μαμή δε βρέθηκε στο χωριό. Μα βεντούζες είχε μόνο η Μαμή. Και τί θα κάνουμε τώρα; Σκέφτηκανε οι γυναίκες να πάρουν ένα μικρό πιθάρι και να το χρησιμοποιήσουν στη θέση αντί για τη βεντούζα. Μια γειτόνισσα πήρε ένα πιρούνι το τύλιξε με λίγο βαμβάκι το πότισε με δυνατή ρακή για οινόπνευμα και το άναψε. Το έχωσε στο πιθάρι μέσα και αμέσως πάτησε το πιθάρι στη ράχη του αρρώστου. Το πιθάρι κόλλησε στη ράχη. Ο άνθρωπος ήταν και λιγδερός. Το κιούπι κόλλησε και πολύ καλά πάνω στο δέρμα του. Τράβηξαν το κιούπι και έμεινε στη ράχη του, μια μπλε μελανιά. Είπαν οι γυναίκες να το κολλήσουν και στην κοιλιά του, τί θα γίνει; Γύρισε, είπαν στον άνθρωπο. Γύρισε ο άρρωστος. Βούτηξαν το πιρούνι με το βαμβάκι στη ρακή, το άναψαν και το έμπασαν στο κιούπι μέσα. Εφάρμοσαν το πιθάρι στην κοιλιά του αρρώστου. Η κοιλιά του ανθρώπου πρήστηκε, μπήκε μέσα στο κιούπι. Το πιθάρι ρούφηξε την κοιλιά του αρρώστου. Ο άρρωστος κραυγάζει, ουρλιάζει από τον πόνο. Κόπηκε η ανάσα του. Οι γειτόνισσες τραβούν το πιθάρι, ο άνθρωπος ουρλιάζει πιο δυνατά. Οι γυναίκες αλλοπρόσαλλες ήταν! Και άρχισαν όλες μαζί να ουρλιάζουν. Τραβούν το κολλημένο πιθάρι να το βγάλουν από την κοιλιά, ο άνθρωπος λιποθυμά από τον πόνο. Τον πολύ θόρυβο, τις φωνές, τα άκουσε ένας γείτονας, ήλθε να δει τί είναι αυτό το ταβατούρι. Αμέσως πήρε μια πέτρα βάρεσε το πιθάρι και το έσπασε, γλύτωσε τον άνθρωπο. “Μα το πιθάρι; Τί θα κάνουμε τώρα δίχως πιθάρι;” λέει ο άρρωστος, που τώρα έγινε καλά και άνοιξε τα μάτια του. Τα μυαλά του ήταν στο πιθάρι. Είχε λησμονήσει τον πόνο.