Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 10 από 12

Πώς δεν παντρεύτηκε η Χαρλάσα

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

10

Τούς τζο παραδόθην η Χαρλάσα

Πώς δεν παντρεύτηκε η Χαρλάσα

Κείμενο. Σον παλό τον ταρό ήσαντε δύο χωρία γιαν γιανά. Τόινα ο χωρίος ο Γιαγιάς σο βάλτο τζαι τ' άβο το Μπεντένι σο γιαϊλά. Σο Γιαγιά καθούτουν αν γιασλούς dουλ γαρί η Χαρλάσα μο την κόρη του την Παρθένα. Το κορτζόκκο ήτουν α ματάκα σου παραδομάτου τον ταρό. Τα δύο τουν ήσαντε “ναμουσλούδες” κι, ρας κελέν άντροι μπαίγκαν βγαίγκαν σο σπίτι τουν. Άλεϊ μη ζελμονάν την “τιμή”. Ατζεί σα χωρία πουγά παράδες τζούχανε. Χέρκες του ερχούτουν φερήγκην ντάμα του αν αγός, α λαχτόρι, α σεπέτι χράδα, βα, σταφύλα. Για πολίτικα σέια στο σεχέρι, αν αϊνάς, α χτένι, σένα, πούδρα τζαι πασχά πλουμίδια. Ατιά τσιπ οι “πελάτες” φτζεραίγκαν dα σ' 'ναίκας το πεσταμπάλι. Τα πομεινά του χωρού οι ναίτζες παραδομένα, σεμαδεμένα, ντάιμα μαργαώγκαν μο τις άντρες τουν, σ' ατό γαχπέσας την άκρη dεΐ. Ατιά οι καβγάδοι ικιτέ πιρ, κετζέ γιαρισί, σηκώγκαν το χωρίος τζαι βκαλίγκαν τον κόσμο σις στράτις. Τα χουμάδα ντάιμα φτανκαν χος τα τία του Παπά τζαι του Μεχτάρη.

Ουστουνέ, ερχούσαντε παλικάρα τζαι στα πομινά τα χωρία. Χελέ στο κοντινό Μπεντένι να “ευλογηθούν” σ' “χατούνα” το σπίτι. Του χωρού Γιαγιά τα παλικάρα χετς τζο χοσλαντίσκαν απ ατιά τα ζιαρέτια. Ατιά τα ζιαρέτια, γιαπαντζί νοματών σ' χωρώτσας των σο σπίτι, τοχαντίζει σο μιdέ τουν τσαι ένι αν μπενάς σην ανδριωσύνη τουν.

Α ημέρα τη βραδύ, τζας έβγκαν στο “σπίτι” δύο φσάχα στο Μπεντένι, ο Δήμος τζαι ο Γιώργος, γιακαλάτσαν dα τα παλικάρα του Γιαγιά τζαι πεδούκλωσάν dα, τα σέρα τζαι τα πράδα. Dεμέκ σεις γιαπαντζί στσυλία, σεις ερχούστε τζαι τοχαντίζετε ατιά τα κιπάρα τις χατούνες τζαι βρομίζετε το ναμούσι τουν. Αχτώντας έμπασάν τα σο σπίτι πέσου. Ατζεί θωρούν γιαρού τσιπλάχ τα δύο τις ναίτζες μο το κετσελίκι. “Χατούνα Χαρλάσα”, λέντι, “ατιά οι πεζεβέγκοι ήρταν τζαι μο το ζόρι σας χαπάχωσαν; Γιοξαμ ποίκαν γάμου κατζί, σεις πιστέψατε τζαι ξείλσατε μαναχές σην καριόλα;” “Όχι”, σιτσιράτσεν ο Δήμος, “κάναμε συμφωνία και τις πληρώσαμε πρώτα, δεν είπαμε τίποτε για παντρειές.” “Εσύ σους, εσέκογλου εσέκ”, είπαν οι χωρότοι. “Σύ, χατούνα Χαρλάσα, πώ λες, παιρ' τα το Δήμο για άντρα;” “Ερ ατζείνο υρεύει με, γω γαπάου, θέλου τα.” “Συ Παρθένα πώ λες, παίρτα το Γιώργο για άντρα;” “Ουου θέλου τα πολύ.” Τσαγήρσαν τζαι το Μεχτάρη του χωρού. Έρσεται τζαι χέμεν φταίνει τα γαπούλι. Νανόστην κι ένι πολύ καό φιρσάντι να γλυτώσει ο χωρίος στα κεπεζελίκα. Τσαγήρσαν τζαι τον Ζαπίτη στο καρακόλι. Ποίτζεν τα γαπούλι. “Να υπάτε σον παπά”.

Κετζέ γιαρισί παγαίνουν σο σπίτι τζαι ξυπνούν τον παπά του χωρού. Ήτουν αν ακ σαχαλλούς γερόκος. Είπαν τι, “Παπάκα, ο Δήμος τζαι ο Γιώργος στο χωρίος Μπεντένι, σεμαδεύταν μο την Χαρλάσα τζαι την κόρη του την Παρθένα. Σήκω παππούκα ντα παραδώσουμε. Ο παπάς σηκώθην στη καριόλα, έξυσην τα άσπρα σακχάλα του. Μο το πεσκίρι σίλσην τον ιδρώτα στο μετώπι του. Ύριψην αν ποτούτσι νερό στην παπαδία να τουζτιέσι τα σινίρα του. Έπην λέικο νερό τζαι μο τη χούφτα του σουλάνσην τη χαραή του. Κατέσκη κι η Χαρλάσα μο τα χουμάδε του ικιτέ πιρ φτέγκην το χωρίο χαρμάν τσορμάν. Ατό ήτουν αν καό φουρσάντι να γλυτώσουν το χωρίος σ΄ 'ναίκας τα χουμάδα. Με χαρέτσα ερ να ποίτσει το μυστήριο του γάμου κετσέ γιαρισί, τούς ντα υπεί σο Δεσπότη; Α ναύρει τον μπελά του. “Αμέτε χαρέτσα, τζαι τηνεβήν α ιδούμε το μεσελέ”, είπεν. Έβκαλαν όξω αχτώντας τζαι μο γιουμπρούχα τους ασίκιδες. Δώκαν dα αν καό μπερντάχι τζαι κουβαλάτσαν dα στο χωρίος όξω. “Σικτίρ όλουν τζαι τζεχεντεμίν τιπινέ κίτιν. Ερ να νάρτητη αδέ για θα παραδοθείτε για θα παραχωθείτε!” είπαν. Απιδού στέρου, κόπαν οι πελάτες σ' Χαρλάσας στο Μπεντένι. Τα χαβατίσα έφτασαν τζαι σα πομινά τα κοντινά τα χωρία. Απιδού στέρου σ' ατό το χουνέρι, γιαπαντζί ραστ κελέν στα πομινά τα χωρία τζο δεβέγκαν τη θύρα του σπιτού σ' Χαρλάσας. Πόμινην ανοιχτό η θύρα άλεϊ για τα παλικάρα του χωρού Γιαγιά. Με τζο γλύτουσιν ο χωρίος στις καβγάδες του σήκωναν τα σεμαδεμένα τζαι τα παραδομένα οι 'ναίτζες του χωρού.

Ερμηνεία. Τον παλιό καιρό ήταν δύο χωριά αντικριστά. Το ένα χωριό ο Γιαγιάς στον κάμπο και το άλλο, το Μπεντένι, στη ραχούλα. Στο Γιαγιά ζούσε μια ηλικιωμένη χήρα γυναίκα η Χαρλάσα, με την κόρη της την Παρθένα. Το κοριτσάκι ήταν μια γατούλα σε καιρό γάμου πια. Οι δυο τους ήταν τόσο πολύ “σεμνές”, που χωρίς διάκριση, περαστικοί άντρες μπαίναν βγαίναν στο σπίτι τους. Μόνο μην ξεχνούν την “τιμή.” Εκεί στα χωριά πολλούς παράδες δεν είχαν. Ο καθένας που ερχόταν, έφερνε μαζί του ένα λαγό, ένα κόκορα, ένα καλαθάκι αχλάδια, αβγά, σταφύλια. Ή στολίδια από την πόλη, ένα καθρεφτάκι, μια χτένα, χένα, πούδρα και άλλα καλλυντικά. Όλα αυτά τα πεσκέσια, οι “πελάτες” τα άδειαζαν στην ποδιά της γυναίκας. Οι άλλες γυναίκες του χωριού οι παντρεμένες και αρραβωνιασμένες, συχνά πυκνά καβγάδιζαν με τους άντρες τους, γι' αυτή την παστρικιά. Αυτοί οι καυγάδες μια στις δυο τα μεσάνυχτα, σήκωναν το χωριό στο πόδι και έβγαζαν τον κόσμο στους δρόμους. Τα παρατράγουδα πάντα έφταναν ως τα αφτιά του Παπά και του Προέδρου.

Επιπλέον, έρχονταν παλικάρια και από τα άλλα χωριά. Κυρίως από το γειτονικό Μπεντένι για να “ευλογηθούν” στο σπίτι της “Κοκόνας”. Οι νέοι του χωριού Γιαγιά καθόλου δε χώνευαν αυτές τις βίζιτες. Αυτές οι βίζιτες των ξενομεριτών στο σπίτι της συγχωριανής τους, κάθεται στο στομάχι τους, είναι μια μελανιά στον ανδρισμό τους.

Μια μέρα το βράδυ, μόλις βγήκαν από το “σπίτι”, δύο παιδιά από το Μπεντένι, ο Δήμος και ο Γιώργος, τους έπιασαν τα παλικάρια από το Γιαγιά και τους πεδίκλωσαν στα χέρια και στα πόδια. “Ώστε, σεις ξενομερίτικα σκυλιά, σεις έρχεστε και προσβάλλετε αυτές τις σεμνές κυρίες και λερώνετε την τιμή τους”. Τους ξαναβάζουν κλοτσηδόν μέσα στο σπίτι. Εκεί βλέπουν τις δυο γυναίκες μισόγυμνες με τα νυχτικά τους. “Κοκόνα Χαρλάσα,” λένε, “αυτοί οι ρουφιάνοι ήλθαν και με το ζόρι σας πλάκωσαν; Μήπως σας έταξαν γάμο και εσείς τους πιστέψατε και πέσατε μόνες σας στο κρεβάτι;” “Όχι,” πετάγεται ο Δήμος, “κάναμε συμφωνία και τις πληρώσαμε πρώτα, δεν είπαμε τίποτε για παντρειές.” “Εσύ γαϊδουρογάιδαρε σκασμός” λένε οι χωριανοί. “Τί λες εσύ κοκόνα Χαρλάσα, τον παίρνεις τον Δήμο για άντρα;” “Άμα εκείνος με παίρνει, εγώ τον αγαπώ τον θέλω!” “Τί λες εσύ Παρθένα, τον παίρνεις τον Γιώργο για άντρα;” “Ουου, τον θέλω πολύ!”. Έστειλαν κάλεσαν και τον Πρόεδρο του χωριού. Έρχεται ο Πρόεδρος και αποδέχεται την πρόταση αμέσως. Ίσως σκέφτηκε πως είναι πολύ καλή ευκαιρία να γλυτώσει το χωριό από τις ντροπές. Κάλεσαν και τον Αστυνόμο από το Αστυνομικό Τμήμα. Το δέχτηκε. Είπε, “Να πάτε στον παπά.”

Μεσάνυχτα πηγαίνουν στο σπίτι και ξυπνούν τον παπά του χωριού. Ήταν ένας ασπρογένης γερούλης. Του είπαν λοιπόν, “Πατερούλη, ο Δήμος και ο Γιώργος από το χωριό Μπεντένι, αρραβωνιάστηκαν με την Χαρλάσα και την κόρη της Παρθένα. Σήκω Παππούλη να τους παντρέψουμε.” Ο παπάς σηκώθηκε από το κρεβάτι, έξυσε τα άσπρα γένια του. Με το προσόψιο σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Γύρεψε ένα κύπελλο νερό από την παπαδιά να καλμάρουν τα νεύρα του. Ήπιε λίγο νερό και με τη χούφτα του έβρεξε το πρόσωπό του. Ήξερε πως η Χαρλάσα, με τις παλαβομάρες της, συχνά πυκνά έκαμνε το χωριό άνω κάτω. Ήταν αυτή μια καλή ευκαιρία να γλυτώσουν το χωριό από τις απρέπειες της γυναίκας. Όμως τώρα, αν κάνει το μυστήριο του γάμου στα μεσάνυχτα, πώς θα το αναφέρει στον Δεσπότη; Θα βρει τον μπελά του. Τους είπε, “Πηγαίνετε τώρα και αύριο πρωί βλέπουμε την υπόθεση.” Έβγαλαν έξω τους ερωτιδείς κλοτσώντας και με γροθιές. Τους έδωσαν ένα γερό μπερντάχι και τους ξαπόστειλαν όξω από το χωριό. Τους σιχτίρισαν, “Να πάτε στου διαβόλου τη μάνα”, είπαν. “Αν πάλι ξανάρθετε εδώ ή θα παντρευτείτε ή θα παραχωθείτε”. Ύστερα από αυτό κόπηκαν οι πελάτες της Χαρλάσας από το Μπεντένι. Τα μαντάτα έφτασαν και στα άλλα τα κοντινά τα χωριά. Ύστερα από αυτή την περιπέτεια, ξένοι περαστικοί από τα άλλα χωριά δεν περνούσαν το κατώφλι του σπιτιού της Χαρλάσας. Έμεινε ανοιχτή η πόρτα των γυναικών μόνο για τα παλικάρια του χωριού Γιαγιά. Μα το χωριό δε γλύτωσε από τους καυγάδες, που ξεσήκωναν οι αρραβωνιασμένες και οι πανρεμένες γυναίκες του χωριού.