Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 9 από 12

Οι χαρταετοί στο χωριό μας

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

9

Τα bαλόνα σο χωρίο μας

Οι χαρταετοί στο χωριό μας

Κείμενο. Την Άνοιξη στου αωνού τον ταρό τζαι στέρου, αν Τζερετζή, του χωρού μας τα παλικάρα σωρεύταν σο μεϊdάνι, ζ' Εκκλεσίας το χαβλού κοντά, να σηκώσουν τα μπαλόνα σο χαβά. Τα μπαλόνα τουν είντε δρα, χέρκες σο μπόι του κιορέ. Το σιτζίμι ήτουν νήμα βαμβατζόνα, ζ' επές το στιέρι. Ήτουν τζαι δεβασμένο μο το τζερί να ινεί τζάου σαγλάμι ντεΐ. Σο μεϊdάνι σωρεύτην του χωρού τσιπ το μεντζιλίσι. Τσολούχ τσοτσούχ, μάνες μο τα γιαβρούδε τουν, γέροι, γραίδες. Τα παλικάρα, τάημισα σεμαδεμμένα, τάημισα παραδομένα, πασλάτσαν το γιαρίσι πενεντάβου τουν. Τίς α σηκώσει τζάου μέγα μπαλόνι, τζάου ψεά σο χαβά. Ο Κωσταϊνης κρέμασην σου μπαλονού το βράδι α πανόνα μπεπέκι. Ο Γιουβάν, πασχά τσεσίτι μοστουραλίκι, κρέμασην αν κάτα. Ήρτην τζαι ο dελή Χορχόρ, τάνσην ζ' 'ναίκας του τα σέρα το bεbέκι του dα κρεμάσει σου bαλονού το βράδι. Του τσοτσουχού η μα μπαΐλσεν ξείλσην, χαπαχώθη σ'τη. Προχού να λητέψει ο dελή Χορχόρ σου bαλονού το βράδι το γιαβρού του, σηκώθην ο Βαρdάρης. Ατό ήτουν α βυνατό άνεμους, ερχούτουν στο Βορρά, στου ποταμού Βαρτάρ τη στράτα. Ικιτέ bιρ τζας φυσάγκην ατό άνεμος σηκώγκην στα δόματα τις λαμαρίνες τζαι στις ασερώνες τα ραγάζiα. Στο βυνατό άνεμο κόπην το σιτζίμι του Κωσταΐνη. Το μπαλόνι ήτουν μέγα τζαι έβγκην πολύ ψεά. Πήρην dα ο Βαρτάρης πάγασην dα σο Κιουτσούκ Πλατύ, σην εκκλεσία τ' Αϊ Δηρμήτ, κοντά σ' άβου το χωρίος, σα Τρίκαλα. Ατζεί χίτσην πην ο Κωσταΐνης μο τις ατάσοι του, α σαάτι στράτα. Σώρηψην το μπαλόνι τζαι το σιτζίμι του. Ήρτην αχσάμ ουστού. Ήφαρην τζαι το πανόνα μπεπέκι. Σο μεϊντάνι, ο Γιουβάν κατέβασην το μπαλόνι του μο την κάτα, μη τα πάρει ο Βαρτάρης.

Ο ντελη Χορχόρ κόμη τσαλιστέ να λητέψει το πεπέκι σου παλονού το βράδι. Οι 'ναίτζες τσαλιστιέν να φέρουν σον γκόσμο του τσοτσουχού τη μα. Ο dελή Χορχόρ χετς τι τσο κρου ζ' 'ναίκας το σεφιλλίκι. Μο το ζόρι πήραν στα σέρα του το γιαβρού, πάγασαν dα ζ' μά του την κόφα. Ήρτην ζ' 'ναίκας η ψυσή σον τόπο του. Ήνοιξεν τα φτάλμε του, ήρτην τ' αχίλι του, γουτσαχλάτσην το γιαβρού του. Δάκρυσην, γιάσην!

Ερμηνεία. Το Καλοκαίρι, τον καιρό του αλωνιού και πιο ύστερα, μια Κυριακή, τα παλικάρια του χωριού μαζεύτηκαν στην αλάνα, κοντά στην αυλή της εκκλησίας, να πετάξουν τους αετούς τους στον ουρανό. Τα μπαλόνια τους είναι μεγάλα, ο καθένας στο μπόι του. Ο σπάγκος ήταν βαμβακερό νήμα από τον αργαλειό της γιαγιάς. Ήταν περασμένο με κερί για να είναι πιο γερό. Στην αλάνα μαζεύτηκε όλο το γυναικομάνι του χωριού. Τα γυναικόπαιδα, οι μικρο μανάδες με τα μωρά τους, οι γέροι και οι γριές. Τα παλικάρια μερικά αρραβωνιασμένα, μερικά παντρεμένα, αρχίνησαν τον αγώνα μεταξύ τους. Ποιος θα σηκώσει πιο μεγάλο μπαλόνι, πιο ψηλά στον ουρανό. Ο Κωστάκης κρέμασε στην ουρά του χαρταετού μια πάνινη κούκλα. Ο Γιάννης, άλλης μορφής παλαβομάρα αυτός, κρέμασε μια γατούλα. Ήλθε και ο τρελό Χορχόρ, άρπαξε από τα χέρια της γυναίκας του το μωρό να το κρεμάσει στην ουρά του χαρταετού. Η μάνα του μωρού λιποθύμησε, έπεσε μπρούμυτα στη γη. Πριν προλάβει να δέσει ο παλαβός Χορχόρ το μωρό του στην ουρά του αετού, σηκώθηκε ο “Βαρδάρης”. Αυτός ήταν ένας δυνατός άνεμος, ερχόταν από το Βορρά στην κοίτη του ποταμού Βαρδάρη (Αξιού). Πότε πότε καθώς φυσούσε αυτός ο άνεμος, σήκωνε από τις σκεπές τις λαμαρίνες και από τις αχυρώνες τα καλάμια. Από το δυνατό άνεμο κόπηκε ο σπάγκος του Κωστάκη. Ο αετός ήταν πολύ μεγάλος και είχε ανέβει πολύ ψηλά. Τον πήρε ο Βαρδάρης και τον πήγε ως το “Κιουτσούκ Πλατύ”, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κοντά στο άλλο χωριό, στα Τρίκαλα. Εκεί έτρεξε και πήγε ο Κωστάκης παρέα με τους φίλους του. Ήταν μια ώρα δρόμος. Μάζεψε τον χαρταετό και το σπάγκο του. Ήλθε αργά το απόβραδο. Έφερε μαζί του και την πάνινη κουκλίτσα. Στην αλάνα ο Γιάννης κατέβασε τον χαρταετό του μαζί με τη μικρή γατούλα, μην τα πάρει ο Βαρδάρης.

Ο τρελό Χορχόρ ακόμη προσπαθεί να δέσει το μωρό του στην ουρά του αετού. Οι γυναίκες προσπαθούν να συνεφέρουν στον κόσμο τη μάνα του παιδιού. Ο τρελό Χορχόρ δε δίνει σημασία στη δυστυχία της γυναίκας. Με το ζόρι πήραν από τα χέρια του το μωρό, το πήγαν στην αγκαλιά της μάνας του. Ήλθε της γυναίκας η ψυχή στον τόπο της. Άνοιξε τα μάτια της, ήλθε στα συγκαλά της, αγκάλιασε το μωρό της. Δάκρυσε, χαμογέλασε.