Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 6 από 12

Οι πρόσφυγες από τα Άδανα

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

6

Οι Αdαναλίδες τζαι ο Ισταμbουλλούς

Οι πρόσφυγες από τα Άδανα και ο Κωνσταντινοπολίτης

Κείμενο. Σο χωρίο μας κάτσανε μουγατζίροι στο μουμπαλετέ σα 1924.

Α φ'ορά τρία, μουγατζίροι τσιφτσίδες σ'το σχωρίο μας, πούλσαν το μαχσούλι τουν στ' αώνι την Άνοιξη του 1935 τζαι μο τα παράδε σο κεμέρι, γαλίτζεψαν σο τιρένι να υπάνε σο Σελανίκη στο παζάρι να πάρουν του χρόνου το κετσίμι. Τα δύο είχαν τζαι τις 'ναίτζες τουν ντάμα. Σο κουπέ του βαγονού κάτσαν σ' ε μεριέ τα μέτρα τα τρία οι άντροι τζαι γνέντα τουν κάτζαν οι 'ναίτζες τουν. Σο κάχι τουν α γιαπαντζή 'ναίκα μο τον άντρα τς. Τα μέτρα οι χωρότοι ήσανται μο τις σαπκάδες σο τσουφάλι τζαι τα σέρα αλτ ουστού ρόζους στο λέτρι τζαι στο δερπάνι. Οι 'ναίτζες πάλι μο την αγλέχα τυλιγμένο ση χαραγή, φαινούσαντι άλεϊ τα φτάλμα τουν. Γνέντα η 'ναίκα κελέσι, με τους κελέσι, αμόν ντιλμπέρσα! Η χαραή παρλατίζει.

Τα ρούχα αλά φράγκα, το φιστάνι σωρεύτην χως πάνω στα γόνατα, τα πατζάχα φαινούσανται γιαρού 'υμνά. Τα μέτρα οι χωρότοι τικτέσαν τα φτάλμα τουν γνέντα, σ' 'ναίκας τα πατζάχα. Πασλάτσαν να γονουστιέν πενεντάβου τουν, σο μέτρο τη γώσσα, στα ρωμάκα. Κοντάν λάφα 'ς ναίκας το κιουζελιλίκι. Ζ' 'ναίκας ο άντρας ήτουν αν γιακισικλούς νομάτ, μο το κοστούμι, τακήμ ελπισέ, κόνσην α φτάλμι σις χωρότοι. Σ' το σουλούπι τουν τζαι στο κονουσμάτουν γροίξεν dα κι είντε Ρωμιοί Ανατολίτες. Ρώτσην dα σα τούρτσικα, “Νέρελή σινις Έμσερι;” “Αdαναλή ις.” Είπεν dι τόινα ο χωρότ. “Μπέν dε Ιστανbουλλού ιμ!” Είπεν ο νομάτ. Οι ναίτζες χάραν στων αντρών το κεπεζελίκι, τζο πόρκαν να κρατήσουν κρυφό τη χαρά τουν.

Οι άντροι κατέβασαν το σαπχά χως το μυτί τουν, εγίλσαν το τσουφάλι τουν. Απιδού στέρου χετς τζο τικτιέσαν τα φτάλμα τουν σου γιαπαντζή ζ 'ναίκας τα πατζάχα. Σος τη Σελανίκι κόπην το σάσι τουν.

Νε πενεντάβου τουν πασλάτσαν κονουσμά, νε μο τις 'ναίτσες τουν. Α ναίκα του ήτουν ντάμα τους σο τιρένι είπε το τετικοντού.

Ερμηνεία. Στο χωριό μας έμεναν πρόσφυγες της Ανταλλαγής το 1924.

Μια φορά τρεις πρόσφυγες αγρότες από το χωριό μας, πούλησαν τη σοδειά τους από το αλώνι το καλοκαίρι του 1935 και με τους παράδες στη ζώνη ανέβηκαν στο τραίνο να πάνε στη Θεσσαλονίκη από την αγορά να πάρουν της χρονιάς τη ζήση. Οι δύο είχαν και τις γυναίκες τους μαζί. Στο κουπέ του βαγονιού κάθισαν οι δικοί μας τρεις άντρες στη μια μεριά και απέναντι κάθισαν οι γυναίκες τους. Δίπλα τους μια άγνωστη γυναίκα με τον άντρα της. Οι δικοί μας χωρικοί ήταν με τις τραγιάσκες στο κεφάλι, τα χέρια πατό- κορφα ρόζους από το αλέτρι και από το δρεπάνι. Οι γυναίκες πάλι με τη μαντίλα τυλιγμένη στο πρόσωπο, φαίνονταν μόνο τα μάτια τους. Απέναντι η γυναίκα όμορφη, μα πόσο όμορφη, ωσάν καλλονή! Το πρόσωπο φεγγοβολάει.

Τα φορέματα ευρωπαϊκά, η φούστα μαζεύτηκε ως πάνω από τα γόνατα, τα μπούτια φαίνονταν μισόγυμνα. Οι δικοί μας χωριανοί κάρφωσαν τα μάτια τους απέναντι στα μπούτια της γυναίκας. Άρχισαν να μουρμουρίζουν αναμεταξύ τους, στη δική μας γλώσσα, στα ρωμάκα καππαδοκικά. Πετούν κουβέντες για τα κάλλη της γυναίκας. Ο άντρας της γυναίκας, ήταν ένας ωραίος τύπος, με το κουστούμι στην πένα, έριξε μια ματιά στους χωρικούς. Από την εμφάνισή τους και από την ομιλία τους κατάλαβε πως είναι Ρωμιοί Ανατολίτες. Τους ρώτησε στα τουρκικά, “Από πού είστε πατριώτες;” “Από τα Άδανα”, είπε ένας χωρικός. “Κι εγώ είμαι από την Πόλη!” Είπε με νόημα, ο άνθρωπος. Οι γυναίκες χάρηκαν για την ξεφτίλα των αντρών, δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη χαρά τους.

Οι άντρες κατέβασαν την τραγιάσκα ως τη μύτη τους, έσκυψαν το κεφάλι τους. Από εδώ κ' ύστερα δεν ξανά κάρφωσαν το βλέμμα τους στα μπούτια της ξένης γυναίκας. Ως τη Θεσσαλονίκη κόπηκε η λαλιά τους.

Μήτε μεταξύ τους άρχισαν κουβέντα, μήτε με τις γυναίκες τους. Μία γυναίκα που ήταν μαζί τους στο τραίνο είπε το κουτσομπολιό.