Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 7 από 12

Πώς άρπαξαν το χιλιάρικο από τη γιαγιά

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

7

Τούς τάνσαν το σιλάρικο ζ' εbές την προστσέφα

Πώς άρπαξαν το χιλιάρικο από το προσκεφάλι της γιαγιάς

Κείμενο. Σο χωρίο μας ήτουν α γραι, η κουκού μας η Σευκιλή, του γιασατίσκην ση στρώση πάνου στανιέρι. Ο άντρας τ'ς ο μοστουράς, χάθην πην, γλύτουσην η 'ναίκα στο σεφιλλίκι. Ατό ο αρσούζης μο την κανήνα καλημέρα τσούσην. ”Ση κανήνα τσο παένεις σις ορτάδης, νε σα στανιέρα νε σα μνημόρε. Α χαθείς” είπεν τι η ναίκα του α ημέρα, “τζαι κανείς τζόρσητη σον ψόφο σου.” “Σο βιλί μου νάρτουν να μην έρτουν” δώτζην το τζεβάπη. Η Σευκιλή είσην δυο γιους, τεσσερα κόρες τζαι α σωρού 'γγόνα. Τα σερνικά οι γιοι του ήσαντε μοστουράδες, τίπχε ο τατάς τουν. Γάτιεν σο γαλέπι τσο πορήγκεν ντα μπάσει κανείς. Τα κορτζόκα ήσανται ναμουσλούδα. Τόινα η κόρη ήτουν κελέση, αμον dιλπέρσα, παραδομένο σην Ατήνα. Ατό η κόρη ερχούτουν dάιμα σο χωρίο, κοντά ση μα του, να ιδεί τις χισίμοι του. Α φορά ήρτην σο χωρίο, ήφαρην χετιέδα σα δέφα τζαι σα μαχσούλε τουν. Ήφαρην τζαι ση μα του αν αγλέχα τζαι πιρ κατς ελπισέδα. Δώτζην dα τζαι αν μπινλίκι, μούγωσεν da ζ' γραις την προστσέφα. Το μέγα ο γιος ήτουν α μοστουράς dελη Σαπάν. Είδεν dι κι η δεφή του μούγωσην 'ς γραις την προστζέφα α ζάρφι. Γροίξεν dα κι ατζεί είντε παράδα. Νανόστην κι, τους α ταντίσει 'ς γραις τα παράδα. Είσην α γιος ντελικαννούς παλικάρι. Δώτζην dα αν παλό σεντίκι, είπεν dι κι, “Άμε σην επέ σου να σα ιδεί, τζαι ερ να σα ρωτήσει, “Πώτς ένι ατό το χάλι”, ειπέ τι κι πααίνεις σην Αλαμανία εργάτης.” Η επέ του τσας είδεν το παλικάρι, ζαϊφη τζαι άλεϊ μο το ιμάτι, τζαι μο το πανταλόνι τρυπία σαστέσην. “Πώτς ένι ατό το σεντίκι γιαβρούμ;” ρώτσην dα. “Εbέ πααίνω σο Αλαμάνι εργάτης σα καρβώνα”, είπεν το παλικάρι, τζαι πασλάτσην χιτσκιρίκι. “Γιαβρούμ τούς α υπάς σο Αλαμάνι αούτσι 'υμνό;” “Πό να ποίκω επέ μου; Παράδα τσόχου να πάρω αν παλτό. Ατέ πάλι το πανταλόνι μου ένι παλό, τα παπούτσα μου ίνται τρυπημένα”. “Εδώ γιαβρού μου να σα δόκω α σιλιάρικο του μα ήφαρην η Ελένη στην Ατήνα. Άμε να πάρ' ρούχα τζαι α ζυ ταζά παπούτσα. Τούς α υπάς αούτζι 'υμνό σην Αλαμανία;” Είπεν η εbέ. Έβγκαλην τζαι δώτζην το ζάρφι μο το σιλιάρικο. Το παλικάρι πέττασην στη χαρά του, πην σον τατά του δώτσην τα παράδα. Η Ελένη, τσας έμαθην του δεφού του τα χουμάδα σινιρλάνσην, κόπην το σολούλι του. Δώτζην πέντα κατό παράδα ση γραι τζαι είπεν dι κι, “Ατιά εν τα σόνα, σε κανένα μη τα δίτεις”. Το σιλιάρικο ήτουν ατσείνο τον ταρό, αν αϊλίκι δάσκαλου.

Ερμηνεία. Στο χωριό μας ήταν μια γριούλα, η θεία μας η Αγάπη, που ζούσε πάνω στο στρώμα άρρωστη. Ο άντρας της, ο ιδιόρρυθμος, πέθανε πήγε και γλύτωσε η γυναίκα από τα βάσανα. Αυτός ο παλαβός με κανένα δεν είχε καλημέρα. “Σε κανένα δεν πας στις γιορτές, ούτε σε αρρώστους ούτε στα μνήματα. Θα πεθάνεις”, είπε η γυναίκα του μια μέρα, “και κανείς δεν έρχεται στον ψόφο σου.” “Στο πουλί μου κι αν έρθουν κι αν δεν έρθουν”, έδωσε την απάντηση. Η Αγάπη είχε δυο αγόρια, και τέσσερις κόρες και ένα σωρό εγγόνια. Τα αρσενικά παιδιά της ήταν παράξενα, ήταν ίδια σαν τον πατέρα τους. Ποτέ κανείς δεν μπορούσε να τα βάλει σε τάξη. Τα κορίτσια ήταν σεμνά συμμαζεμένα. Η μία κόρη ήταν όμορφη σαν νεράιδα, ήταν παντρεμένη στην Αθήνα. Αυτή η κόρη ερχόταν συχνά στο χωριό κοντά στη μάνα της να δει τους συγγενείς της. Μια φορά ήρθε στο χωριό, έφερε δώρα στα αδέλφια της και στα παιδιά τους. Έφερε και της μάνας της μια μαντήλα και μερικά διάφορα φορέματα. Έδωσε και ένα χιλιάρικο, το έκρυψε στης γριάς το προσκέφαλο.

Ο μεγάλος γιος ήταν ένας παλαβός, τρελό Σαπάν. Είδε πως η αδελφή του έκρυψε στο μαξιλάρι της γριάς ένα φάκελο. Κατάλαβε πως εκεί υπάρχουν παράδες. Σκέφτηκε πώς να αρπάξει τους παράδες της γριάς. Είχε ένα γιο έφηβο παλικάρι. Του έδωσε μία παλιά βαλίτσα και του είπε, “Πήγαινε στη γιαγιά σου να σε δει, και αν σε ρωτήσει, “τί είναι αυτό το χάλι” να πεις πως πηγαίνεις στη Γερμανία εργάτης.” Η γιαγιά καθώς είδε το παλικάρι αδύνατο και μόνο με πουκάμισο και με τρύπιο παντελόνι, σάστισε. Ρώτησε, “Τί είναι αυτή η βαλίτσα μωρό μου;” “Γιαγιά πηγαίνω στη Γερμανία εργάτης στα κάρβουνα”, είπε το παλικάρι και άρχισε τα αναφιλητά. “Μωρό μου, πως θα πας έτσι γυμνός στη Γερμανία;”, “Τί να κάνω γιαγιά μου; Δεν έχω παράδες να πάρω ένα παλτό. Αυτό πάλι το παντελόνι μου είναι παλιό και τα παπούτσια μου είναι τρυπημένα”. “Έλα μωρό μου να σου δώσω ένα χιλιάρικο που μου έφερε η Ελένη από την Αθήνα. Πάνε να πάρεις ρούχα και ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια. Πώς θα πας έτσι γυμνός στη Γερμανία;” Είπε η γιαγιά. Έβγαλε και έδωσε το φάκελο με το χιλιάρικο. Το παλικάρι πήδηξε από τη χαρά του, πήγε στον πατέρα του, έδωσε τους παράδες. Η Ελένη, σαν έμαθε τις παλαβομάρες του αδελφού της, συγχύστηκε, της κόπηκε η ανάσα. Έδωσε πεντακόσιες δραχμές στη γριά και της είπε, “Αυτά είναι για σένα, μη τα δίνεις σε κανένα”. Το χιλιάρικο ήταν εκείνο τον καιρό, ένα μηνιάτικο δασκάλου.