Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 19 από 19
Τα Φλοϊτά β΄ Ένα παιδί και πολλά κορίτσια
19
Φλοϊτά β. Ένα παιδί πολλά κορίçια (R. M. Dawkins, σ. 7, 436)
Ένα ναίκα κ' ένα άνdρα έϊσκαν ένα παιδί, πολλά κορίçια. Πιρούκσαν να πάνε σα γιαqαjάχια. Πήγανε, σορώψανε, dεν φορτώσανε, bόμανε νύχτα. Πήγανε σε ένα σπήλο να ουγιουτήσουν. Εκεί έτον σε dεβιού το σπίτι. Έφαγαν, έπιαν, τραγώσαν, κοιμήθαν. Το dέφ ξέβεν όξω. Ήρτεν. Είπεν, “Κίμινιζ ουγιουγιόρ;” Ούλα ύπνωσανε. “Έχeσκαμ ένα μάνα, σο στάβλο βόϊδια δεν εφήκεν, ούλα σάγνισκεν. Φάζεν dα εμάς.” Ξέβεν το dέφ όξω. Ήρτεν είπεν, “Ποιο σας ύπνωσεν; ποιο σας δεν ύπνωσεν;” “Έχeσκαμ ένα μάνα, σο στάβλο δεν αφήνισκεν βάλια, ούλα φάζεν dα εμάς.” Το dεφ ξέβεν όξω. Ήρτεν είπεν, “Ποιο σας ύπνωσεν; ποιο σας δεν ύπνωσεν;” “Έχeσκαμ ένα μάνα, με το κόσκινο κουβάλνεν άσο qουγιού νερό.”
Πήγεν το παιδί, τα κορίτσια φόρτωσε τα σελέgια τνε. Το παιδί ανέβεν σο δώμα, κούνσεν χώματα σο κάπνο. Τo dέφ ξέβεν, πιάσεν dο, σέμασεν dο 'ς ένα çουβάλ. Έδεσεν dο στόματ. Πήγεν να λαλής τ' αδελφή τ.
Το παιδί ξέβεν άσο çουβάλ μέσα. Σο στάβλο τ έχeσκεν ένα τανά. Σέμασεν dο σο çουβάλ μέσα. Το παιδί ανέβεν σο δώμα. Το dέφ και τα κορίçια τον τανά πηρπήαν dο, ξέβαλάν dο άσο çουβάλ όξω σο bαχçά, φάισαν dο, σκότωσαν dο. Το παιδί πήρεν ένα κεμόκ, γέννεν άλογο. Πήγεν σο σπίτι τνε. Το dέφ πήρεν ένα κεμόκ γέννε παλικάρ. Πήγαν ούλα σο σπίτ ποίκαν γάμος με τα άλλα dέφια που γένναν παλικάρια.
Αναστάσιος Χρυσοστόμου
Ερμηνεία. Φλοϊτά β. Ένα παιδί πολλά κορίτσια
Μια γυναίκα και ένας άντρας είχαν ένα αγόρι και πολλά κορίτσια. Αποφάσισαν να πάνε για καυσόξυλα. Πήγαν, μάζεψαν, δεν φόρτωσαν, πήρε η νύχτα. Πήγαν σε μια σπηλιά για να κοιμηθούν. Εκεί ήταν το σπίτι ενός τέρατος. Έφαγαν, ήπιαν,γλέντησαν χόρεψαν τραγούδησαν, κοιμήθηκαν. Το τέρας είχε βγει έξω. Ήρθε είπε, “Ποιος από σας κοιμάται;” Όλοι κοιμούνταν. “Είχαμε μια μάνα, στο στάβλο δεν άφηνε βόδια. Όλα τα έσφαξε. Μας τα τάιζε.” Το τέρας βγήκε έξω, ήλθε είπε, “Ποιος από σας κοιμήθηκε; Και ποιος από σας δεν κοιμήθηκε;” “Είχαμε μια μάνα, στο στάβλο δεν άφησε βουβάλια, όλα τα τάισε σε εμάς.” Το τέρας βγήκε έξω από το σπίτι. Ήλθε και είπε πάλι, “Ποιος από σας κοιμήθηκε; ποιος δεν κοιμήθηκε;” Λέει το παιδί. “Είχαμε μια μάνα, κουβαλούσε με το κόσκινο νερό από το πηγάδι”
Πήγε το παιδί, τα κορίτσια τα φόρτωσε σελάχια. Το παιδί ανέβηκε στο δώμα. Έριξε χώματα στην καπνοδόχο. Βγήκε το τέρας, έπιασε το παδί και το έβαλε σ' ένα τσουβάλι. Έδεσε το στόμιο. Πήγε να καλέσει τ' αδέλφια του. Το παιδί βγήκε από το τσουβάλι. Στο στάβλο είχε ένα μόσχο. Τον έβαλε μέσα στο τσουβάλι. Το παιδί ανέβηκε στο δώμα. Το τέρας και τα κορίτσια, πήραν τον μόσχο, τον έβγαλαν από το τσουβάλι, έξω στον κήπο, τον τάισαν τον σκότωσαν. Το παιδί πήρε ένα κόκαλο, έγινε άλογο. Πήγε στο σπίτι τους. Το τέρας πήρε ένα κόκκαλο έγινε παλικάρι. Πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι και έκαναν γάμο με όλα τα άλλα τέρατα που έγιναν παλικάρια.
Αναστάσιος Χρυσοστόμου