Η Σύλλη (Sille). Η Κοινότητα της Σύλλης είναι κοντά στο Ικόνιο. Βρίσκεται γεωγραφικά, εκτός της Καππαδοκίας. Όμως, αν κρίνουμε γλώσσα, ήθη και έθιμα, ανήκει πολιτισμικά στις ελληνικές κοινότητες της Καππαδοκίας. Η Σύλλη κατά την Ανταλλαγή, ήταν η μόνη ελληνόφωνη κοινότητα στη Λυκαονία. Όμως, ο Καισαρείας Παΐσιος Β΄ σε μια περιοδεία του στα μέσα του 19ου αι. εντόπισε στην επαρχία 23 ελληνόφωνες κοινότητες σε σύνολο 43 κωμοπόλεων.⟨45⟩
Η Σύλλη απέχει 10 χλμ. ΒΔ του Ικονίου, σε υψόμετρο 1115 μ. Λίγα χρόνια πριν την Ανταλλαγή είχε περίπου 3000 ελληνόφωνους Ρωμιούς και διπλάσιο αριθμό Τούρκους. Εδώ έφτασαν μόλις οι μισοί από τους Έλληνες, 1518 ψυχές.⟨46⟩ Ο R. M. Dawkins το 1919 αναφέρει κατοίκους Σύλλης 2250 Έλληνες και 5750 Τούρκους. Όμως, ως τον 18ο αι., αποκαλούσαν τη Σύλλη, Γιαούρκιοϊ⟨47⟩ (gavur köy - χωριό απίστων, όπως και τη Σμύρνη – gâvur Izmir) που σημαίνει πως πλεόναζε ο ελληνικός πληθυσμός. Η Σύλλη ήταν Δήμος (Müdürlük - Μουτουρλίκι) που ανήκε απευθείας στο Βαλελίκι Ικονίου. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Ικονίου.
11
Σύλλη α. Η Χοσάσσα εναίκα του qουγιουμjή (R.M. Dawkins, 4 σ. 296)
Ήτουν είζ qουγιουμjής. Είσι μνιά χοσάσσα εναίκα. Τούçη çην εναίκα σάλισιν jη οχτώ σύρες απέσου. Κει μοναχe σάλισιν jη. Qουγιουμjής ποίκιν jη μνιά ζγαζ βέργες πολύ χοσάσσις. Τούτο γιούκσιν dα πατισαχιού τ παιρί. Παίρει ένα τερκί αλτούνια. Ήρτι qουγιουμjή τ χουριό. Dερά dεκιά ρώçησι qουγιουμjή του σπίçι. Κ' ύστερα έμασι όçι qουγιουμjή του σπίçι οπ' τένα bασκά σπίçι bιτισιμένου νε. Παγαίννει, ρώ του σπίçι νάβρει τα. Κάσιτι ρώ 'ς του σπίçι.
Ρώ του σπίçι κι είσι ένα dουλάbι οπ' qουγιουμjή εναίκας οdά κολλημένου του. Οπ' ρώ 'ζ dουλάbι qουγιουμjί εναίκα οπ' çην qονσίνα jης gαλαjεβνόνjισκι. Ρωτούν jη, έγερ να σελήση να πάρη πατισαχιού τ παιρί. Τούçη κι, “Παίρου τα,” λαεί, “αμμά έγερ να μ bοίση μνιά ζγάζ βέργες ινgιάν κατέχω.” Πατισαχιού παιρί, “Çονgνιάν λαείς χεμ çονgνιάν γυρεύγης, σε τα ποίσω,” λαεί. Τούçη ρώννει çη βέργαν çης ρώ τ πατισαχιού τ παιρί. Τούτους κι παγαίννει qουγιουμjού τ τüκιάνe. Λαεί του όçι, “Σε ζ ρώσου μνιά χούφτα παρά, έγερ να μ bοίσης ινgιάν jιά μνιά ζγάζ βέργες.”
Qουγιουμjής ποτινgιαν σωρεί çη βέργα, γροικά όçι εναίκα του κρυφάς απ' ρώ του jουβάνου εγλενdά. Αψουçικανάς σαλά τüκιάνeν dου, παγαίννει σπιçιν dου. Πατισαχιού τ παιρί παγαίννει σπιçιν dου, οπ dουλάbι dίνει βέργες. Qουγιουμjής σωρεί όçι εναίκας του βέργες στέκουνdαι 'ς τουν dόπουν dους, κι τότι καριά του ραχατλανdά. Παγαίννει 'ς τüκιάνeν dου. Çαλιστά τες βέργες, γουλτώννει τες.
Έρσιτι πατισαχιού τ παιρί. Ρώννει του μνιά χούφτα παρά παίρει τες βέργες, παγαίννει. Qουγιουμjής σεβινdά πολ'ύ, όçι qαζάνjησι πολ'ύ παρά. Βράdυ έρσιτ κοντά çην εναίκα dου σεβινjημένος.
Υστιριάς πατισαχιού τ παιρί του qουγιουμjή καλαΐτου μνιά 'ς του σπίçιν dου. Αμμά qουγιουμjής πριν να νάρτη, εναίκα του φορών'ιτι, σάν'ιτι, οπ' dουλάbι bαίνν'ει, πατισαχιού τ παιρί κοντdά κάσιτι. Qουγιουμjής ποτινgιαν jη σωρεί, σαστά. Αψουçικανάς παγαίννει σπιçιν dου να τρανήση, “Να ριούμ”, εναίκα του έν'ι μι; Εναίκα του αψουçικανάς οπ' του qουγιουμjή αμbρός bαίνν'ει σπιçι. Κάσιτι ζουλιάς çης κεφάλ'ι. Qουγιουμjής ποτινgιαν jη σωρεί, σεβινdά όçι εναίκα του στέκιτι. Πάλ' qουγιουμjής παγαίνν'ει οπ çη σύρα, εναίκα του παγαίννει οπ çην dουλάbι. Qουγιουμjής ώραν jη ώρα κάσιτι. Çαλdούσι, χορεύγουσι, τραγρούσι, φçάνουσι μνιά χοσάσσα παρέα. Σόνgρα έρσιτι σπίçιν του. Εναίκα του πάλ' έρσιτι οπ τούτου ομbρός, κοιμάται. Qουγιουμjής σωρεί çην εναίκαν dου κοιμησμένη ζουλιάς çης dεπέ.
Μνιά dομάdα κιανdά πατισαχιού
το παιρί λαεί του όçι, “Γω σε υπάγου χουριό χωριό μου.” Qουγιουμjής έρσιτι
σπίτιιçιν dου. Λαει çη εναίκαν dου,
Χαζιρλάις ένα qουραbιές, αμμά ζουρλούσσις.” Σα αβριν' ή μέρα qουγιουμjής παίρει τες παίνν'ει πατισαχιού τ παιρί κονdά. Η εναίκα του κι bαίνν'ει οπ dουλάbι πατισαχιού τ παιρί κονdά. Του qουγιουμjή λαεί όçι, “Μή μ ποίκης ζαχμέçι.” Σονρα πατισαχιού τ παιρί φιλά Qουγιουμjή τ σέρι. Κατλέβγει χαϊβάν'ιν dου, παίρει ç την εναίκα κι πίσου του. Αφή παγαίννουσι. Qoυγιουμjής έρσιτι σπσπίιçιν dου. Τρανά, σωρεί, όçι ρεν έν'ι εναίκα. Κλαίει, κουπώνν'ει, αμμά φαϊdά ρεν φçάν'ει.
Ερμ Ερμηνεία Σύλλη α. Η όμορφη γυναίκα του Κουγιουμτζή (Χρυσοχόου)
Ήταν ένας κοσμηματοπώλης Είχε μια όμορφη γυναίκα. Αυτή τη γυναίκα την ασφάλισε σε οχτώ πόρτες μέσα. Εκεί την κλείδωσε μόνη. Ο Κουγιουμτζής της έκαμε ένα ζεύγος σκουλαρίκια πολύ όμορφα. Αυτό το άκουσε ο γιος του Βασιλιά. Πήρε ένα φόρτωμα φλουριά. Ήλθε στου Κουγιουμτζή το χωριό. Ρωτά αριστερά δεξιά, για του Κουγιουμτζή το σπίτι. Και ύστερα έμαθε πως το σπίτι του Κουγιουμτζή είναι μεσοτοιχία με ένα άλλο σπίτι. Πηγαίνει να βρει αυτό το σπίτι. Κάθεται μέσα σ' αυτό το σπίτι.
Αυτό το σπίτι είχε ένα ντουλάπι, κολλημένο στο δωμάτιο της γυναίκας του Κουγιουμτζή. Από εδώ το ντουλάπι η γυναίκα του Κουγιουμτζή κουβέντιαζε με τη γειτόνισα. Τη ρωτούν αν θελήσει να πάρει το παιδί του βασιλιά. Και αυτή, “Τον παίρνω,” λέει, “όμως αν μου κάνει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια σαν αυτά που κατέχω.” Το παιδί του Βασιλιά λέει, “Ό,τι λαλείς και ό,τι γυρεύεις όλα θα τα κάνω για σένα”, της λέει. Εκείνη δίνει τα σκουλαρίκια της εδώ στο παιδί του Βασιλιά. Αυτός αμέσως πηγαίνει στο μαγαζί του Κουγιουμτζή. Και του λέει ότι, “Θα σου δώσω μια χούφτα παράδες αν μου κάνεις ένα ζευγάρι σκουλαρίκια όμοια σαν αυτά.”
Ο Κουγιουμτζής όταν βλέπει το σκουλαρίκι, νομίζει πως η γυναίκα του κρυφά από δω γλεντά με τον τζόβενο. Αμέσως κλείνει το μαγαζί του και, πηγαίνει στο σπίτι του. Το παιδί του βασιλιά πηγαίνει σπίτι του, από το ντουλάπι δίνει τα σκουλαρίκια. Ο Κουγιουμτζής θωρεί πως τα σκουλαρίκια της γυναίκας του στέκονται στη θέση τους και τότε η καρδιά ηρεμεί. Πηγαίνει στο μαγαζί του. Δουλεύει πάνω στις βέργες, τις τελειώνει.
Έρχεται το παιδί του Βασιλιά. Του δίνει μια χούφτα παράδες, παίρνει τα σκουλαρίκια, πηγαίνει. Ο Κουγιουμτζής χαίρεται πολύ, διότι κέρδισε πολλούς παράδες. Το βράδυ έρχεται κοντά στη γυναίκα του χαρούμενος.
Ύστερα το παιδί του Βασιλιά προσκαλεί τον Κουγιουμτζή μια φορά στο σπίτι του, Όμως πριν έλθει ο Κουγιουμτζής, η γυναίκα του ντύνεται, στολίζεται και μπαίνει από το ντουλάπι και κάθεται κοντά στο παιδί του Βασιλιά. Ο Κουγιουμτζής όταν τη βλέπει σαστίζει. Αμέσως πηγαίνει στο σπίτι του να παρατηρήσει, “Να δούμε” η γυναίκα του μήπως είναι. Η γυναίκα του αμέσως πριν από τον Κουγιουμτζή μπαίνει στο σπίτι της. Κάθεται, αρχίζει πάλι τη δουλειά της. Ο Κουγιουμτζής καθώς τη βλέπει, χαίρεται που η γυναίκα του στέκεται. Πάλι ο Κουγιουμτζής πάει από την πόρτα, η γυναίκα πηγαίνει από το ντουλάπι. Ο Κουγιουμτζής κάθισε ώρες και ώρες. Παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, κάνουν μια χαρούμενη παρέα. Ύστερα έρχεται στο σπίτι του. Η γυναίκα του πάλι έρχεται πριν από αυτόν και κοιμάται. Ο Κουγιουμτζής βλέπει τη γυναίκα του να κοιμάται πάνω στο εργόχειρο.
Κοντά μια βδομάδα, το παιδί του βασιλιά λέει ότι, “Εγώ θα πάω στο χωριό μου.” Ο Κουγιουμτζής έρχεται στο σπίτι. Λέει στη γυναίκα του: “Ετοίμασε ένα ταψί κουραμπιέδες, όμως να είναι πολύ όμορφες.” Την επόμενη ημέρα, ο Κουγιουμτζής τα παίρνει και πηγαίνει κοντά στο παιδί του Βασιλιά. Η γυναίκα του μπαίνει από το ντουλάπι κοντά στο παιδί του Βασιλιά. Στον Κουγιουμτζή λέει, “Εσύ μη σεκλετίζεσαι.” Ύστερα το παιδί του Βασιλιά φιλάει το χέρι του Κουγιουμτζή, καβαλάει στο άλογο, παίρνει και τη γυναίκα πίσω του. Αφήνουν τον Κουγιουμτζή και πηγαίνουν. Ο Κουγιουμτζής έρχεται στο σπίτι του. Παρατηρεί πως η γυναίκα δεν είναι εδώ. Κλαίει, και οδύρεται. Όμως δεν υπάρχει σωτηρία.