Παραμύθια κατά R. M. Dawkins · 12 από 19
Η Σύλλη β΄ Η Όμορφη γυναίκα και το μήλο
12
Σύλλη β. Μνιά εναίκα χοσάσσα τζαι το μήλου (R.M.Dawkins, σ. 302)
Μνια φορά ήτου είζ άρτουπους, είσι μνιά εναίκα πολ'ύ χοσάσσα πολ'ύ. Γουρbέçι ρεν πεγαινν'ινόνjισκι, φοβινόσκι çην εναίκα. Εναίκα του κι γροίκσιν dα. Νάβρι ένα μήλου, ρωνν'ει τα του άνdραν jης, λαεί του όçι, “Μά τιά τ μήλου, σκάμα πούταν σέλ'ης, μή φοβησής. Πόταν τούτου μήλου çουρουτά, τότι σουπελένjης, αψά γέλα σπίçι σου.”
Άντρας çης παίρει μήλου, πεγαίνν'ει τένα bασκά χουριό dιρλέβει μνιά ζουλιά. Κεί τ χουριό ήβρι χöκιουμέçι, μνιά καλ'ή ζουλιά, έν'ηκι χöκιουμεçού μέγας. Αψά αψά, όπ κασινόνjισκασι τ' οdά, ξεβινόσκι όξου, τραν'ινόσκι μήλου, παλ' bαινν'ινόσκι απέσου. Αρqαdάσης του είς σουπελένjησι, νάç ξεβαίνν'ει τούτους αψά αψά όξου. Κρυφάς αφήνν'ει ένα άρτουπου όξου νάς του τανeγίση. Τούτους άρτουπους γροικά τα, λαεί τα του αρgαdάσην dου. Αρgαdάσης λαεί του όçι, “Γροίξα τα νάç ξεβαίνν'εις όξου. Τρανάς ένα μήλου. Οπ τουν gόλφου σου ξεβάνν'εις τα, τρανάς τα μνιά, πάλ' bάνν'εις τα.” Κείνους κι ούλα ανλαdά τα.
Σονgρά bέπν'ει ένα χοσά άρτουπου οπ πολλά φλουριά νάς κöτüλεγίση çην εναίκα του dεγί. Πόταν τούτους άρτουπους παiγαίνν'ει, çαπαλαdά να qανdουρjήση çην εναίκα. Εναίκα του κι φçάνει μνιά χρώστα πολ'ύ dερίν'ισσα, qαπάχιν jης bελουσούζη. Τούτου του χοσά άτρτουπου λαεί όçι, “Dερά γρύστα κι να πέσουμι.” Ως γρύνν'ιτι, dώνν'ει çη χρώστα απέσου. Κει παρακαλά çην εναίκα, “Ήμαρτον, ήμαρτον.” Εναίκα κι λαεί όçι, “Κεί σε κάτσης, αμμά bοσά μή στασής. Να ζ ρώσου μαλ'ί, ποις τα όργου. Έγερ να στασής bοσά, φάγημα ρε σε ζ ρώσου, σε πομν'ής νησκός, σε πεσάν'ης.” Κείνους ποίκιν dα qαbούλ'ι, είπι, “Ιναί.”
Γέβκασι επεγί μέρες. Σόνgρα έρσιτι οπ χουριό άνdρας çης οπ του αρqαdάσην dου dάμα. Εναίκα του ρείχν'ει çη χρώστα απέσου. Φçύνουν dου οπ ρώρεκα φοράς άνdρας κι εναίκα. Αρqαdάσης του φοβήσκι να γειπή dογρού. Πόταν έν'ηκι ν'ύχτα, ήρτι γιούπνους τους. Άνdρας κι εναίκα έπισασι τένα οdά, αρqαdάσης κι τένα bασκά τ οdά. Ρώκασι του αρqαdάσην dου κείνου τ μήλου. Çη ν'ύχτα κείν'η μήλου çουρίγισι. Αβόπουρμα πόταν είρασι μήλου ΄τ çουρουjιμένου σασçισασι. Είπεν εναίκα το ένι το μήλο. Έβγκαλαν και το άντρα από χρώστα τζαι πέμψαν τους.
Ερμηνεία. Σύλλη β. Μια όμορφη γυναίκα και το μήλο
Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε μια γυναίκα πολύ πάρα πολύ όμορφη. Δεν πήγαινε στην ξενιτιά, φοβόταν τη γυναίκα. Η γυναίκα του το κατάλαβε. Βρίσκει ένα μήλο το δίνει στον άντρα της και του λέει ότι, “Με αυτό το μήλο, πήγαινε όπου θέλεις, μη φοβηθείς. Αν αυτό το μήλο σαπίζει, τότε να υποπτευτείς αμέσως, και να έθης στο σπίτι σου.”
Ο άντρας της παίρνει το μήλο, πηγαίνει σε ένα άλλο χωριό, γυρεύει μια δουλειά. Σ' εκείνο το χωριό βρήκε στην κοινότητα, μια καλή δουλειά. Έγινε μέγας κοινοτικός. Συχνά πυκνά, όπως καθόταν στην αίθουσα, έβγαινε έξω, έβλεπε το μήλο, και πάλι έμπαινε μέσα. Ο σύντροφός του άρχισε να υποψιάζεται, γιατί αυτός συχνά πυκνά βγαίνει έξω. Κρυφά βάζει ένα άνθρωπο έξω να τον παρακολουθήσει. Αυτός ο άνθρωπος το κατάλαβε και το είπε στον σύντροφό του. Ο σύντροφος του λέει, “Τώρα κατάλαβα γιατί βγαίνεις έξω όλη την ώρα. Βλέπεις ένα μήλο. Το βγάζεις από τον κόρφο σου, το παρατηρείς μια φορά και το βάζεις πάλι πίσω.” Και εκείνος του τα εξήγησε όλα.
Ύστερα, στέλνει ένα όμορφο άνθρωπο με πολλά φλουριά για να αποπλανήσει τη γυναίκα. Όταν αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει προσπαθεί να ξεγελάσει τη γυναίκα. Η γυναίκα ανοίγει ένα λάκκο πάρα πολύ βαθύ, το σκεπάζει με κάλυμμα που να μη φαίνεται. Σ' αυτό τον ωραίο άνθρωπο λέει, “Τώρα γδύσου και να πέσουμε.” Όπως γδύνεται, τον ρίχνει μέσα στο λάκκο. Εκεί παρακαλά τη γυναίκα, “Ήμαρτον, ήμαρτον.” Η γυναίκα λέει, “Εκεί θα κάτσεις, αλλά μη σταθείς αργόσχολος. Να σου δώσω μαλλί να κάνεις έργο. Αν μένεις αργός φαΐ δε σου δίνω. Θα μείνεις νηστικός θα πεθάνεις.” Εκείνος το δέχτηκε, είπε “Ναι.”
Πέρασαν αρκετές μέρες. Ύστερα έρχεται στο χωριό ο άντρας της με τον σύντροφό του μαζί. Η γυναίκα δείχνει μέσα στο λάκκο. Τον φτύνουν δώδεκα φορές άντρας και γυναίκα. Ο σύντροφος φοβάται να πει την αλήθεια. Όταν νύχτωσε, νύσταξαν. Ο άντρας και η γυναίκα έπεσαν σε ένα δωμάτιο και ο σύντροφος σε ένα άλλο δωμάτιο. Έδωσαν στον σύντροφό του εκείνο το μήλο. Τη νύχτα εκείνη το μήλο σάπισε. Το πρωί όταν είδαν το μήλο σαπισμένο σάστισαν. Είπε η γυναίκα τί είναι το μήλο. Έβγαλαν και τον άντρα από το λάκκο και τους ξαπόστειλαν.