13
Σύλλη γ. Τρία gαλαjί τρία λίρες (Richard Dawkins, 3 σελ. 292)
Ήτουν είζ άρτουπους. Τούτους άρτουπους βλοΐσκη. Παρά ρεν είσι. Ήσιλύισκι σαβρινή μέρα να πάγει 'ς τουν gάμbου να dουλέψει. Χαιρετά çην εναίκαν dου, αφήνν'ει, παγαίνν΄ει. Στέκιτι 'ς ένα μέγαν κιζμεκιάρης. Μηνιάτικον dου ρεν dα gαλαjέβγει. Ρεκατέσσαρις χρόνους κάσιτι γουρbετλί. Çην εναίκαν dου, χιç νε παρά νε χαρçί çη βέμνει. Εναίκα του γεννά οπ τούτου έναμ bαιρί. Ενισκιτι ρεκατριώ χρονώ.
Μνιά μέρα οπ χουριόν dου έρσιτι ειζ άρτουπους. Λαεί του ότι “Ναç κάσιζιζ ρω μεϊμάνα; Εναίκα σου ζαβαλ'ί çο να ποίσ χώρις παρά;” Ποτινgιαν τούτους άρτουπους λαεί του dα, τουτσά νους του έρσιτι 'ς κεφάλ'ιν dου. Μεγέρ ζηλμώνησιν dα βλόημαν dου. Τούτους παγαίννει 'ς τουν αγάν dου, όçι, “Γω, ένηκι ρεκατέσσαρις χρόνους οπ τ' ήρτα κό σου κονdά. Συ μένα χιç παρά δε μου ρώκις. Γω σε υπάγου 'ς χουριό μου. Γω έχου εναίκα. Ροζ μου νü παρά.” Αγάς του λαεί του όçι, “Μαdέμκι σύ ωζ ζαριά χιç παρά ρεν ύριψις, άπαρ ρα τ κüρέι, κι σκάμα κάτου χαζνά, bας τα τρεις φοράς. Çονgιαν έρσιτι παρά κüρέι τουμ μπρόσπου, κείνου κό σου τ κιζμέçι νε.” Τούτους κατεβαίννει κάτου χαζνάν κοντά. Βάννει τρεις φοράς κüρέι. Έρχουνdι τρεις μαναχές λίρες. Παγαίννει, λαεί 'ς τουν αγάν dου όçι, “Τούτου κό μου κιζμέç.”
Ως παγαίννει, çη στράτα, γρατά τένα qαϊβέ. Και κάσιτι. Φρηκέτι çις gαλαjέβγει. Ως φρηκέτι, τρανά, σωρεί όçι ειζ ιμάμης χίç ρεν gαλαjέβγει. Ρωτά του όçι, “Ναç ρεν gαλαjέβγεις;” Χόjας κι λαεί του όçι, “Κό μου έναν gαλαjί μου μνιά λίρα νε.” Τούτους λαεί του όçι, “Να ρα çη λίρα, κι πε μνιά gαλαjί σου.” Ιμάμης κι παίρει çη λίρα, κ' ύστερ λαεί του ένα μαναχό gαλαjί. “Ğανεινώ gαλαjί μη φρηκησής.” Κ' υστέρ στέκιτι, σαλά του στόμου dου, jιπ ρεν gαλαjέβγει. Κ' ύστερ ρωτά του όçι, “Ναç ρεν gαλαjέβγεις;” “Ρωζ μου άλλη μνια λίρα, κι να σου ειπώ άλλου ένα gαλαjί.” “Καλά,” του λαεί. Ρώννει του άλλη μνιά λίρα. Κι τούτους λαεί του όçι, “Οπ dουγρούσσα çη στράτα μη σασήης.” Κ' υστέρ πάλ' στέκιτι. Ρεν gαλαjέβγει. Ρωτά του, “Ναç ρεν gαλαjέβγεις;” Ρώννει του μνιάν άλλη λίρα. Λαεί του άλλη μνια gαλαjί, “Ποις σάbρι πολύ, να νάβρης καλοσύνια πολλά.” Κ' ύστερ πάλ' ρεν gαλαjέβγει.
Τες λίρες ως τες ρώννει, σωρούν dου bάσκαρι άρτουπουρι, κι άπανdέχουσι, “Τούτου έσει πολλά παρά κι, για τένα gαλαjί κι μόνι ρώκι μνια λίρα.” Σαβρινή αβόπουρνα ούλοι σκώνουνdι να υάγουσι στράτα doυς. Ως παγαίνουσι, πατά μνια βροσή. Λαλούν dου όçι, “Γέλα, οπ αφτού çηστράτα μη πας κι, να υπάμι οπ bασκάσσα στράτα.” Τούτους κι düσüνdέ όçι, “Γω για τένα gαλαjί κι μόνη ρώκα μνια λίρα, οπ dουγρούσσα çη στράτα ρε σαστώ.” Κ' υστέρ χωρίζουνdαι. Τούçοι άρτουπουρι είχασ' çην ιρέα να του σκοτώσουσι, κι να πάρουσι τ παράν dου. Οπ σκότιμα γούλτισι.
Παγαίννει άλλου ένα 'ς τ΄ άλλου ένα qαϊβέ. Qαϊβεjής λαεί του όçι, “Ρω çισκιαν gοιμάτι, αβόπουρνα πεσανίσκιτι.” Τούτους ρεν αφρικέτι. Ως κοιμάτι çην νύχτα, γιουκούννει μνια λαλιά όçι, “Σε νάρτου, να νάρτου μι;” Κι τούτους ξυπνά, λαεί όçι, “Γέλα να ριούμ çις σου.” Ποτινgιαν dα λαεί τουτσά, οπ dουλάbι ξεβαίννει ειζ άρτουπους μι τένα çουβάλι αλτούνια. Σονgρά άρτουπους πεσανίσκιτι. Αβόπουρνα έρκανdα, qαϊβεjής ως κοιμάτι, τα παρά ούλα γεμώννει τα τερκίν doυ απέσου. Αφήννει παγαίννει. Κατεβαίννει χωριόν dου. Τρανά, σωρεί όçι εναίκα του μι τένα dελιgάνου παιρί gαλαjέβγει. Τούτους ποτινgιαν τους σωρεί, νους ρεν του παγαίννει bασκάν dόπου. Απανdέσ' όçι εναίκα του αγαπά gανείνα. Ησιλίσκι να σκοτώση ρω τ παιρίν dου. Σονgρά λαεί όçι, “Γω για τένα gαλαjί κι μόνη ρώκα μνια λίρα, ναç να του σκοτώσου; Σονgρά να τα μάσου, κ ύστέρ σκοτώσου του.” Βαίνει απέσου εναίκα του. Ποτινgιαν του σωρεί, λαεί ' ς παιρίν jης όçι, “Ήρτι βαβάς σου, σούκου, qοjακλάις του, φίλης σέριν dου.” Κι τότι τούτους άρτουπους λαεί όçι, “Καλά ρεν dου σκότισα. Τούτους κο μου τ παιρί 'νε.” Τουτσά οπ ρω τες τρειζ λίρες χεμ qαζανjησι ομbρίν dου, χεμ qαζανjησι πολλά παρά, χεμ παιρίν dου ρεν σκότισι.
Να χαρίσ' κι μένα, να χαρίσ' κι σένα.
Ερ Σύλλη γ. Τρία λόγια τρεις λίρες
(Richard M. Dawkins, 3 σελ. 292) Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος. Αυτός ο άνθρωπος παντρεύτηκε. Παράδες δεν είχε. Ήθελε την άλλη μέρα να πάει στον κάμπο να δουλέψει. Χαιρετά τη γυναίκα του, την αφήνει και πηγαίνει. Μένει υπηρέτης σε ένα μεγαλουσιάνο. Για μηνιάτικό του δεν κουβεντιάζουν.
Δεκατέσσερα χρόνια κάθεται στο κουρμπέτι. Στη γυναίκας του μήτε παράδες στέλνει μήτε γραφή. Η γυναίκα του γεννά απ' αυτόν ένα παιδί. Γίνεται δεκατριών χρονών.
Μια μέρα από το χωριό του έρχεται ένας άνθρωπος. Του λέει: “Τί κάθεσαι εδώ μόνος σου; Η γυναίκα σου η κακόμοιρη τί να κάνει χωρίς παράδες;” Όταν αυτός ο άνθρωπος του λέει τούτα, τότε ο νους του έρχεται στο κεφάλι του. Ώστε είχε λησμονήσει το γάμο του. Αυτός πηγαίνει στον Αγά του και του λέει ότι, “Γίνηκαν δεκατέσσερα χρόνια που ήλθα εγώ κοντά σου. Εσύ δεν μου έδωσες καθόλου παράδες. Εγώ θα πάω στο χωριό μου. Εγώ έχω γυναίκα. Δως μου λίγους παράδες.” Ο Αγάς του λέει ότι, “Αφού εσύ ως τώρα δε γύρεψες καθόλου παράδες, πάρε το φαράσι, κατέβα κάτω στο κιβώτιο. Βάλε το τρεις φορές. Όσες παράδες έλθουν με το φαράσι μπροστά σου, εκείνα είναι το τυχερό σου.” Κατεβαίνει κάτω στο κιβώτιο. Βάνει τρεις φορές το φαράσι. Έρχονται τρεις μoναχές λίρες. Πηγαίνει το παλικάρι λέει στον Αγά του: “Αυτό είναι το δικό μου τυχερό.”
Καθώς πηγαίνει στη στράτα συναντά ένα καφενείο, κάθεται. Αφουγκράζεται, που κουβεντιάζουν. Καθώς ακούει, θωρεί πως ένας ιμάμης καθόλου δε μιλεί. Τον ρωτά ότι: “Γιατί δεν μιλάς;” Ο Χότζας του λέει ότι, “Δικός μου ένας λόγος, είναι μια λίρα.” Αυτός του λέει ότι: “Να πάρε τη λίρα και πες μου ένα λόγο σου.” Ο Ιμάμης παίρνει τη λίρα κι ύστερα του λέει μόνο ένα λόγο, “Κανενός το λόγο μην υπακούς.” Και ύστερα στέκεται, κλείνει το στόμα του, καθόλου δεν μιλάει. Κ' ύστερα τον ρωτά πάλι, “Γιατί δεν μιλάς καθόλου;” “Δώσε μου άλλη μια λίρα και να σου πω άλλη μια κουβέντα.” “Καλά,” του λέει. Δίνει του άλλη μια λίρα. Και τούτος του λέει ότι, “Από τον ίσιο δρόμο μη λοξοδρομείς.” Και ύστερα πάλι στέκεται και δε βγάζει μιλιά. Τον ρωτάει, “Γιατί δεν μιλάς;”. Δίνει μιαν άλλη λίρα. Του λέει άλλη μια κουβέντα, “Έκανες πολλή υπομονή, και εσύ θε να βρεις πολλές καλοσύνες.” Και ύστερα πάλι δε μιλά.
Καθώς έδινε τις λίρες τον βλέπουν άλλοι άνθρωποι και συμπεραίνουν ότι, “Αυτός έχει πολλούς παράδες, και για μια μόνο κουβέντα δίνει μια λίρα.” Την άλλη μέρα το πρωί σηκώνονται όλοι να πάνε στο δρόμο τους. Καθώς πηγαίνανε πιάνει μια βροχή. Του λένε ότι, “Έλα από αυτή τη στράτα μην πας από εκεί, να πάμε από διαφορετικό δρόμο.” Αυτός τότε σκέφτηκε ότι, “Εγώ για μια κουβέντα και μόνο έδωσα μια λίρα, από τον ίσιο δρόμο δεν πρέπει να ξεστρατίζω”. Και ύστερα αποχωρίζονται. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν την ιδέα να τον σκοτώσουν, και να του πάρουν τους παράδες του. Σώθηκε, γλύτωσε από το σκοτωμό. Πηγαίνει κι αλλού σε ένα άλλο καφενείο. Ο καφετζής του λέει ότι, “Εδώ στη σκιά όποιος κοιμάται, το πρωί θα πεθαίνει.” Αυτός δεν πιστεύει. Καθώς κοιμάται τη νύχτα ακούει μια ανθρώπινη λαλιά ότι, “Να σου έλθω, ή να μην σου έλθω;” Και τούτος ξυπνά και λέει ότι, “Έλα να δούμε ποιος είσαι.” Καθώς τα λέει αυτά, από το ντουλάπι βγαίνει ένας άνθρωπος με ένα τσουβάλι χρυσαφικά. Ύστερα αυτός ο άνθρωπος πεθαίνει. Την επαύριο χαράματα, καθώς ακόμη ο καφετζής κοιμόταν, γεμίζει όλους τους παράδες στο σαλβάρι του μέσα. Τους αφήνει πηγαίνει. Κατεβαίνει στο χωριό του. Παρατηρεί, βλέπει πως η γυναίκα του κουβεντιάζει με ένα παλικάρι. Αυτούς καθώς τους παρατηρεί το μυαλό του δεν πάει σε άλλο τόπο. Νομίζει πως η γυναίκα του αγαπάει κάποιον. Ήθελε να σκοτώσει εδώ το παιδί του. Ύστερα λέει ότι, “Εγώ για μια κουβέντα και μόνο έδωσα μια λίρα, γιατί να τον σκοτώσω; Πρώτα να τα μάθω κι ύστερα τον σκοτώνω.” Βγαίνει μέσα από το σπίτι η γυναίκα. Και ως τον θωρεί, λέει στο παιδί της ότι,: “Ήλθε ο πατέρας σου, σήκω αγκάλιασέ τον, φίλησε το χέρι του.” Και τότε αυτός ο άνθρωπος λέει ότι, “Καλά δεν τον σκότωσα, αυτός είναι δικό μου παιδί.” Από δω μόνο με τις τρεις λίρες, και την πείρα απόκτησε και πολλούς παράδες κέρδισε, και το παιδί του δεν το σκότωσε.
Να χαρίσει εμένα, να χαρίσει κι εσένα.