Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λ Ε Ξ Ι Λ Ο Γ Ι Ο Φ Α Ρ Α Σ Ι Ω Τ Ι Κ Ο

Αναφέρονται οι Φαρασιώτικες λέξεις που περιέχονται στα κείμενα και όσες είναι παραλλαγμένες ελληνικές, ή Τουρκικές. Σημειώνονται και περσικές (περσ.), αραβικές (αραβ.), εβραϊκές (εβρ.) και άλλες λέξεις που ενδεχομένως πέρασαν στην Καππαδοκική πριν από την τουρκική κατάκτηση. Τα Φάρασα, που βρίσκονται στο Ανατολικό μέρος της Καππαδοκίας, ήλθαν σε επαφή με Πέρσες και Άραβες πριν από τους Σελτζούκους Τούρκους..

Οι Αραβικές και Περσικές περιέχονται στην «καραμανλίδικη» της οποίας το λεξιλόγιο διαφέρει κατά μεγάλο μέρος από τη σύγχρονη τουρκική.

Όπου δεν αναφέρεται προέλευση, είναι Καππαδοκική λέξη.

Επίσης καταγράφονται και λέξεις που προέρχονται από την αρχαία ελληνική (αρχ.) ή βυζαντινή (βυζ.).

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο λεξιλόγιο ανάμεσα στη Φαρασιώτικη και στις διαλέκτους των άλλων οικισμών της Καππαδοκίας, που παρατίθενται στο παράρτημα. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει σημαντικές διαφορές και στα αντίστοιχα κείμενα.

Προφορά των τουρκικών γραμμάτων:

Ο Κεμάλ, όταν εδραιώθηκε η τουρκική Δημοκρατία, διόρισε μια επιτροπή Ευρωπαίων και Οθωμανών Τουρκολόγων για να “αποκαθάρει” τη γλώσσα από τα Περσικά και Αραβικά κατάλοιπα. Αποφάσισε να καταργήσει το παλιό αλφάβητο (το αραβικό) και να χρησιμοποιήσει νέο προσαρμοσμένο στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Μια σκέψη να χρησιμοποιηθεί το ελληνικό αλφάβητο, με το οποίο ήταν ήδη εξοικειωμένοι οι Τούρκοι από τα Καραμανλίδικα, δεν πέρασε για λόγους προφανείς. Προτιμήθηκε το λατινικό αλφάβητο προσαρμοσμένο στους τουρκικούς φθόγγους. Το λεξιλόγιο της σημερινής τουρκικής είναι ζήτημα να περιλαμβάνει το 1/3 των παλαιών λέξεων. Η επιτροπή άλλαξε τη λέξη mektep (σχολείο), πήρε το γαλλικό ecole και δημιούργησε τη νέα τουρκική λέξη ocul (!) Άλλαξε τη λέξη horanta (οικογένεια) και έπλασε τη λέξη aile. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Το λατινικό αλφάβητο συμπληρώθηκε με νέα γράμματα τα οποία αποδίδουν κατά το δυνατό τους τουρκικούς φθόγγους: ö, ü, ç, ş, ğ, ι. Ενδιάμεσοι φθόγγοι αποδίδονται με τα γράμματα: û, ê, î, â. Στα νεότερα λεξικά, γίνεται όλο και περιορισμένη χρήση αυτών των τελευταίων γραμμάτων.

C , c = τζ, Ç , ç = τσ, Ö, ö = οε, Ü, ü = u γαλλ, Ğ, ğ = γ, G, g = γγ,

Y, y = γ λεπτό, Ş, ş = σ παχύ, Ι, ι = ι παχύ, İ, i = ι,

û, ê, î, â προφέρονται λεπτά.

Από τα Φαρασιώτικα κείμενα, περίπου δέκα δώδεκα σελίδων, ξεχώρισα γύρω στις 350 λέξεις, οι οποίες θεωρώ πως θα είναι “άγνωστες” στο μη ειδικό αναγνώστη. Από αυτές είναι περίπου: 30% παραλλαγμένες ελληνικές, 30% τουρκικές, 8,5% αραβικές, 9% περσικές, 1 εβραϊκή, 3 λατινικές και 21% “καππαδοκικές”, που δεν μπόρεσα άλλως να “ετυμολογήσω”. Όσες ελληνικές λέξεις είναι “αναγνωρίσιμες” δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα.

Α

αένας / μία / ένα (κοινό για τα τρία γένη. Το άρθρο διατηρείται: ο, η, το)
αβγάτ’ςαναβάτης / ιππέας / καβαλάρης.
άβου, άβοάλλο
άβουγο, άβγο, τοάλογο
αβούτζι, αούτζιέτσι
αβτζής / -ίδεςκυνηγός / κυνηγοί > τ. av-cı, av = κυνήγι
αβτζιλίκι, τοπεριοχή κυνηγίου / θήρα > τ. avcılık
αγζιτο στόμα του > τ. ağız = στόμα
αγός, ολαγός
αζγούνιεξερεθισμένος, νευρικός > τ. azgιn
αϊτζής, οαρκουδιάρης > τ. ayι-cι, ayι = αρκούδα
άλεϊμόνο > τ. aleyh = εναντίον
ακ σαχαλλούς, οάσπρο - γένης > τ. ak sakal-lι, μεταφ. γέρων
αμναίνουμεοργώνουμε (λαμναίνω = οργώνω)
αναμbρόπροηγουμένως > ανά + εμπρός
αντόμερικά
απιδέ στέρουαπό αυτό κι’ ύστερα
απιδούαπ' εδώ
απός, οαωπός > αλεπού
αρέτσα, χαρέτσα, χ’αρετώρα δα
αρόςγερός / ζωντανός
ασκ ολσούνεύγε > αραβ. aşk αγάπη, olsun, να γίνει, ρ. olmak
ασλανίχι, τοαστεϊσμός
ασλάνος, ολιοντάρι > τ. a(r)slan
άσλησημασία / βασικώς > αραβ. asl / asıl θεμέλιο
ασότρα, ηυδρορρόα / αυλάκι νερού
ατέμε τη μία / με μιας / αμέσως
ατόνεκάποιοι
ατσίκ τσενέπολυλογάς > περσ. açık, ανοιχτό, çene, σαγόνι
άυνιόμοια > τ. ayni
αυτέναυθέντης / κύριος
άφ εdέρσινμε συγχωρείς > af edersin. [ αραβ. af ]
αχίλι, τονους / μυαλό > αραβ. akιl
αχιλλούςμυαλωμένος > αραβ. akıl-lı
αχτούνεκλωτσούν > λακτίζω < λακτώ < αχτώ
αώνι, τοαλώνι

Β

βο, τοαυγό, πληθ. βα
βουρκανίζωουρλιάζω
βουρτόνι, τοβουρδών / βορδώνιο, μουλάρι / ημίονος
βυνατόδυνατός (για τα τρία γένη)

Γ

γαϊρίδι, τογαϊδούρι / γάιδαρος
γαλάς, οκάστρο > τ. kale
γαραννίχι, τοσκοτάδι > τ. karanlιk
γεμέκι, τοφαγητό > τ. yemek = τρώγω, φαΐ
γιαβάσασιγανά > τ. yavaş
γιαναστεύωπλησιάζω > τ. yanaşmak
γιοκόχι > τ. yok
γιόξαμμήπως, ειδ' άλλως > τ. yoksa
γιουμπρούχι, τογροθιά > τ. yumruk
γκέτμιενπου δεν πηγαίνει > τ. gitmek «πηγαίνω»
γκιορέως προς / αναλόγως > τ. göre
γνένταέναντι / απέναντι < αγνάντια
γουβάλι, τοβουβάλι
γουΐ, τογουβί < γούβα / λάκκος > αρχ. γύπη ίσως < λατ. guba
γουργούρι, τολαιμός < γούργουρας < βυζ. «γουργουρισμός»
γουτζαχλατίζωαγκαλιάζω > τ. kucaklamak
γουτνί, τομεταξωτό ύφασμα
γροικάγκανγνώριζαν > βυζ. αγρ(ο)ικώ = καταλαβαίνω / ακούω
γρουκάτα, ηαγριόγατα

Δ

Δαιβοσύνη, ηδιαβολιά / πονηριά
δεβαίνκεδιάβαινε / περνούσε, ρ, δεβαίνω
δεβάσκανδιάβαζαν ( διαβάζω < δεβάζω)
δεχούςδίχως
δομένο, ο, η, τοδαιμόνιο / δαιμονισμένος / τρελός
δοτσενέδοσε / χτύπησε (αόριστ. του κρούω, όχι του δίδω)
δρααδρά / μεγάλα

Ε

εένα
εδόέλα, προστ. του έρχομαι, εδό αδέ: έλα εδώ
έκουασεέκλασε ρ. κουάνω «κλάνω»
ελμάςδιαμάντι > αραβ. elmas
ένιείναι
εννάγεννά
έντσενγέννησε ρ. εννάω «γεννώ»
εσέογλου εσέκγαϊδουρογάιδαρος > τ. eşek-oğlu eşek
έφκωσεάπλωσε ( φκώνω = απλώνω )

Ζ

ζαναχέπζαναχεύω / κοροϊδεύω
ζαπίτ’ςαξιωματικός > αραβ. Zâbit = αρχηγός
ζελμόνσενξέχασε, ρ. ζελμονώ
ζιντζί, τοαλυσίδα > περσ. zencir > τ. zincir
Ζιντζίτερετα Φλαβιανά. (Σε απόσταση δυο ώρες δρόμο από την Καισάρεια ήταν η Μονή Ιωάννου Προδρόμου Εκέι η έδρα του Μητροπολίτη Καισαρείας και τα Εκπαιδευ τήρια: Ιερατική (ισότιμο με τα εν Ελλάδι Γυμνάσια), Διδασκαλείο Θηλέων, Ορφα νοτροφεία Αρρένων και Θηλέων)
ζόριδυνατό, δυσκολία > περσ. zor

Η

ήγρεψεκοίταξε, γρεύω = κοιτάζω

Θ

θάλι, τολίθος, πέτρα
θέκνωθέτω, τοποθετώ

Ι

ιζίνι, τοάδεια, διαταγή > αραβ. izin
'ινούτουνγινόταν, 'ίνουμαι, γίνομαι, ωριμάζω
ινσάνι, τοάνθρωπος / νοήμων > αραβ. insan
ιτσινέμέσα > τ. içi-ne, iç

Κ

Καβάρη κάτζι, τοΚαβάρη βράχος, τοπωνύμιο στα Φάρασα
κάκα, ταπεριττώματα
καλπατούνι, τοτανάλια > αραβ. kelpeten
κάμα, ταάσκημα > τ. gam = καημός, θλίψη
καμπά νταής, οπαλικαράς, τραμπούκος > τ. kaba-dayι (μπάρμπας)
κανάβι, τοσκοινί
κανίζωσκίζω / σπάζω
καπατίστηέκλεισε ( καπατίζω «καλύπτω» ) > τ. kapamak
καπλάνι, τοτίγρης > τ. kaplan
καρά κίσι, τοκαταχείμωνο > τ. kara-kιş (μαύρος χειμώνας)
καργάς, οκάργια / κόρακας > τ. karga
κατάρόσο > τ. kadar
κατέχκανεκατέχανε / γνώριζαν, (ρ. κατέχω, γνωρίζω την αλήθεια)
κατζέφκηνμιλούσε, κατζεύω = ομιλώ > κατζί = λόγος, ποντ. καλατζεύω
κάτζι, τοβράχος > τ. kaya
κατιένουδέποτε / καθόλου > τ. katiyen
καφέσι, τοκλουβί > τ. kafes
κερdάνι, τοπεριδέραιο / καδένα > περσ. gerdanlik > gerdan «λαιμός»
κέσκεείθε / μακάρι > τ. keşke
κετζέ γιαρισήμεσάνυχτα > τ. kece-yarιsι
κετσίμι, τοτο ζην / βίος > τ. geçim
κετσιντίσετεζήσετε, ρ. κετσιντάω > τ. geçinmek, βιοπορίζομαι
κιλαλάτζι, τοσκατουλάκι σε σβόλο
κλουτζίστρα, ηκλώσσα, (κλωσάστρα)
κοζλούχα, ταματογυάλια / διόπτρες > τ. göz-lük (göz, μάτι)
κομπώσειξεγελάσει, ρ. κομπώνω / ξεγελώ / απατώ
κόνσενπέταξε, ρ. κοντάω > ακοντίζω;
κοτσί, τοσιτάρι
κουβαλάτσενκυνήγησε / κατατρόπωσε, ρ. κουβαλατώ
κουγιουμτζής, οκοσμηματοπώλης > τ. kuyum-cu, kuyum, κοσμήματα
κουμάσι, τοχοιροστάσιο / κοτέτσι
κουμουσώναασημένια > τ. gümüş, άργυρος
κουνάχι, τοαμαρτία > περσ. günah
κούρβα, ηπόρνη > λατ. curva «κυρτή, καμπύλη»
κούτικομμάτι / λίγο (χρόνο) / λίγα λεπτά
κόφα, ηκόρφος / άνοιγμα ποδιάς
κως, οπισινός

Λ

λαχτόρι, τοαλέκτωρ / κόκορας
λέικολίγο
λιαλίγα

Μ

μαdέμαφού > τ. madem
μαθόπωρο, τοφθινόπωρο
μαργκάωσενμάλωσε, ρ. μαργκαώνω
μασάλι, τοπαραμύθι > αραβ. masal
μασία, ηόρκος / ορκωμοσία > αρχ. ρ. όμνυμι < ομνύω
ματεμαφού / εφόσον > τ. madem
μαχζένι, τοκελάρι > αραβ. mahsen
μαχσούλι, τοβλαστάρι / μωρό / καρπός > αραβ. mahsul
μέγκενε, ηπαγίδα (για λύκους κλπ) / σφιγκτήρας > τ. mengene > μάγγανον
μεϊντάνι, τοπλατεία / ξέφωτο > τ. meydan
μεμλεκέτι, τοπατρίδα / χώρα > τ. memleket
μεντζιλίσι, τοσύναξη / συμβούλιο > αραβ. meclis
μέρσεμαληθώς / φάνηκε πως > τ. meğer, meğerse
μεσελές, ουπόθεση / πρόβλημα > τ. mesele
μεχτάρης, οπρόεδρος κοινότητος > αραβ. muhtar
μιdέε, οστομάχι > αραβ. mide
μιτσίκκο, τομικρούτσικο
μούντος, ομούντζα < βυζ. μούντα < μουντός, (άλειφαν στο πρόσωπο με ανοιχτή παλάμη γεμάτη καπνιά αυτούς που διαπόμπευαν)
μουράτε, ταεπιθυμία / σκοπός > τ. murat
μουχαρεπές, οπόλεμος > αραβ. muharebe,
μπαλζαμάς, οξεροτήγανο > τ. bazlama
μπάςκεφαλή, αρχή > τ. baş = κεφαλή, başιm = κεφαλή μου,
μπενίεμένα > τ. beni, ben = εγώ
μπίλενεδιακριτά / αναγνωρίζω / διακρίνω > τ. bilmek = γνωρίζω
μπόρκενμπόρεσε, πορώ, μπορώ
μπροπροηγούμενος, παλιός
μυριολογίσκιλέει μύρια, μυριολογάει, ρ. μυριολογώ

Ν

Ναμουσλούςαξιοπρεπής / νομοταγής > αραβ. namuslu > ελλ. νόμος
νανόστεδιαλογίστηκε / σκέφτηκε > αρχ. ανανοούμαι < διανοούμαι
νάσουνοργώσουν, ρ. νάζω
νεούτε / τι / ό,τι > τ. ne
νεγκώσουμενα τριγυρίσουμε ρ. νεγκώθω = περιφέρομαι
νεκρούτουνάκουγε, ακροώμαι / ακούω με προσοχή
νομάτης, οάτομο / άνθρωπος, ονομάτης > από τον πληθ. «ονομάτων» ντάγι, το = τσουβάλι
ντάιμαπάντα > τ. daima
ντερβίσης, οδερβίσης > περσ. dervis, Μουσουλμάνος πλανόδιος μοναχός ντερέ, dερέ = ρέμα, ρυάκι > τ. dere
ντιλπέρτσα, ηκαλλονή / νεράιδα > τ. dilber
ντόστης, οφίλος > περσ. dost
ντουλγκέρ, οξυλουργός > περσ. dülger
ντουρπερίμενε / στάσου > τ. dur προστ. του durmak

Ξ

ξειάπέφτει, ξείλσε, (ε)ξείλτσε / έπεσε
ξυγανίζωξεφλουδίζω (ρόκες καλαμποκιού)

Ο

οϊλέ ισέαν είναι έτσι / επομένως > τ. öyle ise
οράνι, τοερείπιο / χάλασμα > τ. ören
ορμάνι, τοδάσος / ρουμάνι > τ. orman
ούμμαναι
ουστουνέεπί πλέον > τ. üstüne (πάνω του)

Π

παπάλι / τι / πώς
παγάνι, τορέμα, χαράδρα
παΐντζενλιποθύμησε ρ. παϊντώ > τ. bayılmak
παλίλοιπόν
παρκαμίνα, ηπαρά-κάμινος / καπνοδόχος / τζάκι
παρτσαλατίζεικατασπαράζει, ρ. παρτσαλατίζω > τ. parçalanmak
πασαρέψειςκαταφέρεις, ρ. πασαρεύω > τ. başarmak
πασκάάλλο > τ. başka
πασλατίσκηνάρχιζε > τ. başlamak
πάτα κιούταπάνω χέρι - κάτω χέρι > τ. patak «ξύλο / δαρμός»
πέγος, οάρχοντας, μπέης > τ. Bey
πεκλετίζωπεριμένω > τ. beklemek
πέλκιίσως > τ. belki
πενεντάβουμεταξύ τους
περισάνταλαίπωρος / αξιολύπητος > περσ. perişan
πηνπήγε
πητάξωστέλνω, ρ. πητάζω
πίρ μηπροτού
πιρτέν μπιρέμε μιας / ξαφνικά > ένα κι ένα > τ. birden bire
πίσιβρώμικο > τ. pis (για τα τρία γένη)
πιτίχι, τογυναικεία απόκρυφα
ποίκουμε, κάνουμε (αόριστος του ποιώ), ποίκαέκαμα
πομεινάεναπομείναντα / άλλα / επόμενα
πομένωαπομένω / παραμένω
πόρκενμπόρεσε, ρ. πορώ, μπορώ
ποσάλτσεναπόλυσε, ρ. ποσαλτίζω > τ. boşalmak
πόστι, τοπροβιά / δέρμα > post [πόσθη, το δέρμα που περιβάλει το πέος]
πότς; πο;τί;
που γερέσε τέτοια θέση > τ. bu yere
πουάπολλά (για τα τρία γένη)
πουλπούλι, τοαηδόνι > περσ. bülbül
πουρτσούχος, οασβός > τ. porsuk
πουσμάνιμετανιωμένος > τ. pişman olmak
πουστιέγωλουφάζω / κρύβομαι > τ. pusmak = σιγώ
πρακανάς, οσκαθάρι
προμπήσειπρωτομπεί, πρώτο έρθει, ρ. προ μπαίνω

Ρ

ράδα, ηαράδα, σειρά,
ράστα, ησυναπάντημα / τυχαίο > τ. rast
ρκούδι, τοαρκούδι / αρκούδα
ρνίθι, τοόρνιθα / κότα
ρουσί, τοόρος / βουνό

Σ

Σαγιάς, οπροστασία / φήμη > τ. şayıa
σαπούρι, τουπομονή / κουράγιο > τ. sabιr
σάσι, τοφωνή / ήχος > τ. ses
σατσμάς, οδιασκόρπιση, μεταφ. σκάγι κυνηγίου > τ. saçma
σαχίνσενσκιάχτηκε
σειμός, οχειμώνας > αρχ. χειμών
σελάμι, τοχαιρετισμός > εβραϊκά selem, αραβ. Selâm aleyküm: ειρήνη υμίν, και η απάντηση: ve aleyküm es selâm
σεραχάτι, τοσαφήνεια / πραγματικότητα > τ. serahat
σερμπέσαελεύθερα / αμέριμνα > τ. serbest
σεφίλιάθλιος > τ. sefil, sefil-lik = αθλιότητα
σήρο ‘ναίκαχήρα γυναίκα
σιτζιράτσενπετάχτηκε / αναπήδησε > τ. sıçramak
σιτσάριμχέζω > τ. sιçmak.
σκούντεσκούζουν, ουρλιάζουν
σκρόφα, ηλεχώνα γουρούνα > λατ., scrofa, μεταφ. βρομοθήλικο
σοιρίδι, τοχοιρίδιο / γουρουνόπουλο / γουρούνι
σολούχι, τοπνοή / αναπνοή > τ. soluk
σουράτ, τοπρόσωπο > αραβ. surat
σοφράς, οχαμηλό τραπέζι > αραβ. sofra
σοχάχι, τοσοκάκι / δρομάκι > αραβ. sokak
στσάιδι, ησκιά > σκιάδειο
στανιέρη, ο,η,τοασθενής / ασθενιάρης / αστενιάρης / στανιέρης
στριγκάγκανκαλούσαν, ρ. στριγκάω = προσκαλώ
στσυλλία, τασκυλιά
συραίνωπυροβολώ, τουφεκίζω
σωρεύωμαζεύω > σωρός

Τ

Ταζό, ο,η,τονέο / νεαρά > περσ. taze
ταΐ, ητροφή για οικόσιτα ζώα > ταγή > αραβ. tayın
τάιμα, dάιμαπάντα, πάντοτε > τ. daima
ταμάμπλήρης / εντάξει > αραβ. tamam
τανίζωτεντώνω / τανύομαι
τανισευτούμεσυμβουλευτούμε > τ. tanışmak > περσ. tanımak
τάνσηνάρπαξε, ρ. ταντίζω = αρπάζω
ταρός, οκαιρός
τάσι, τοπιάτο > περσ. tas
τεμόριο επιτατικό, τε μπρό = προηγουμένως, τε στέρου πιο ύστερα
τεΐομιλία > τ. deyi, demek
τεκκέδες, οιλεπτά της ώρας > τ. takika
τελέφι, τοτελευτή / θάνατος / καταστροφή > τ. telef
τελλάλης οδιαλαλητής / δημόσιος κήρυκας / μεσίτης, κ. τελάλης > tellal
τεμέκδηλαδή / τότε / να πούμε > τ. demek
τεμίσης, οκαύσωνας, κάψα του καλοκαιριού
τένσανακούμπησαν / στήριξαν, ρ. τεντάω
τέρκενλέγοντας > τ. demek
τερπιελής, ο, ηευάγωγος / κόσμιος > αραβ. terbiye-li, terbiye = ανατροφή τερτίπι, το = συνήθεια / τρόπος > τ. tertip
τετικοντούκουτσομπολιό > τ. dedikodu
τζαεκεί
τζάβουακόμη (τζαι άβου, και άλλο)
τζαν σιχισί, ο, τοστενοχώρια > περσ. can sιkιsι «σφίξιμο ψυχής»
τζαναβάρι, τοθεριό > περσ. canavar
τζανήμψυχή μου > τ. canιm, περσ. can =ψυχή
τζάπουόπου
τζαςόπως / καθώς
τζαχρί, τοκαλαμπόκι
τζεβάπι, τοαπάντηση > αραβ. cevap
τζελέ, ηκουτσουλιά / βρωμιά
τζιζμέδε, τασπιρούνια / μπότες ιππέα > τ. çizme
Τζερετζή, ηΚυριακή
τζιράχτσες, οιδούλες / υπηρέτριες > περσ. çırak
τζοόχι, δεν / τζό ’νι = δεν είναι
τζογάπην, τζεβάπι, τοαπάντηση > αραβ. cevap,
τζούνεταιτζο ίνεται / δε γίνεται
τζυνογάρ, οκυνηγάρης / αετός
την εβή, την ευίτσααύριο την αυγή
τι τσο κρουςδεν με προσέχεις > δεν τείνεις ους (ω-τί-ον / αυτί)
τιδέιδού
τιπκεολόιδιο > τ. tıpkı
τίποςτίποτε / σο τίπος / γιατί
τόστι, οφίλος > περσ. dost
τουπου / άρθρο γεν. του
τουβεκέλ, ο, ηαγαθός / χαζούλης / “σεμνός”
τουκάνι, το> βυζ. δοκάνα (τάβλα με τσακμακόπετρες για αλώνισμα) > δοκός τουλ γαρί = χήρα γυναίκα > τ. dul karı
τουρ χελέστάσου λίγο > τ. dur hele
τουρλούδιαφορετικά > τ. turlu (το φαΐ “διάφορα”; πατάτες, μελιτζάνες κλπ)
τουςπώς
τουταμάμ > δεν μπορώ να κρατήσω > τ. tutmakκρατώ
τουφάνι, τοανεμοθύελλα > τ. tufan, Tufan = ο Κατακλυσμός του Νόε
τσαγίρι, τοβοσκότοπος / λιβάδι > τ. çayır
τσάκσηντσάκισε, ρ. τσακώνω = σπάζω
τσαλούς, οτσαλιά / φρύγανα / φροκάλι > τ. çalι / θάμνος
τσανάχι, τοτσανάκι / γαβάθα > τ. çanak
τσάπουόπου
τσαρές, οτρόπος / λύση / διέξοδος > περσ. çare
τσάρι, τοτρίχα
τσατλατηρατσάνθα με σκάσεις > τ. çatlamak > πλαντάζω
τσενές, οσαγώνι > περσ. çene
τσίκκι, τοτόξο
τσιπόλοι, όλα
τσιράχος, ουπηρέτης / δούλος > περσ. çırak
τσιρμαλάτσενγρατζούνισε, ρ. τσιρμαλατίζω > τ. tırmalamak
τσιρπαλατίζωσφαδάζω > τ. çirpilmak = τινάζομαι
τσιφτές, οζεύγος, μεταφ. δίκαννο > περσ. çifte, çift «διπλός»
τσοτσούχι, τοπαιδί > τ. çocuk
τσούνκιδιότι / επειδή > περσ. çünkü / çünki
τσούς τακάψε το / τσουρούφλισε, ρ. τσούζω
τσουφαλάς, ο(κεφαλάς) επικεφαλής
τσύλσανεκύλισαν, ρ. τσυλίζω

Φ

φροκαλίζωσκουπίζω με φροκάλι «σκούπα» > βυζ. φροκαλώ > φλοκαλώ > αρχ. φιλοκαλώ «διακοσμώ – αγαπώ το ωραίο»
φσόκκο, φσάχι, τοαγόρι / υπηρέτης > τ. uşak
φυακιάρ, ο, ηφύλακας

Χ

χανα / θα
χαβατίσι, τονέο / είδηση > αραβ. havadis
χαβλούς, οαυλή
χάιρόχι > τ. hayιr, και αραβ. hayιr αγαθοεργία
χαΐτζι, τολαγκάδι / κοιλάδα
χάιτιστιάντε λοιπόν
χαλέακόμη > τ hele
χαραή, η(χαραγή) πρόσωπο
χαρέτσατώρα αμέσως
χαχανάσα, ημονοκέρατη γίδα μεταφ. χαζή γυναίκα
χαχλούς, ο, ηδίκαιος / θεμιτός > αραβ. hak-lı, hak = δίκαιο
χαχσούζης, ο, ηάδικος > τ. hak-sız
χέμεναμέσως > περσ. hemen
χερκέςκαθείς > περσ. herkes
χετςκαθόλου > περσ. hiç
χολιέζομαιθυμώνω / χολώνομαι > αρχ. χολώ
χοραντάς, οοικογένεια > αραβ. - περσ. horanta
χορλατίζωροχαλίζω > τ. horlamak
χουζούρι, τοησυχία / άνεση > αραβ. huzur
χούι, τοελάττωμα / ιδιορρυθμία > περσ. huy
χρεία, ηχρειαζούμενα (προσφάγι για εργάτη που πάει στο χωράφι)
χρος, οχρέος
χύτσενέτρεξε, ρ. χυτάω
χωςέως

Ψ

ψεό, ο,η,τοψηλός

Ω

ώνεμα, τονόημα / νεύμα
Ω νιμάΩ μητέρα