Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 7 από 12
Η νύφη του τσο τρωγκεν κατιέν
7. Η νύφη του τσο τρώγκεν κατιέν.
( Ταστσί )
Σο μεμλεκέτι οι ‘ναίτζες τζο καθούσανται σο σοφρά μο τις άντρις τουνε ντάμα. Καθούσανται περέτζει τζαι το σάσι τουν μη κουστεί σις άντρες. Το ταζό η νύφη τρώγκην λέικο παρέτζει κοντά σην πεθερά του. Η νύφη του τρώγκην λέικο ήτουν καό νύφη
Ήτουν τζαι α νύφη σο χωρίο μας, πολύ ναμουσλούς, χετς τζο τρώγκην μο τα πομεινά ντάμα!
Με σηκούτουν κετζέ γιαρισή,
τζας πνόγκαν τα πομεινά, τζαι πα-
αίγκην σο μαχζέμι, θεκνήγκην αν
τουρλού γεμέκα σο τεψί μπρό του
τζαι φταίγκην α ζόρι φάγεμα.
Ο πεθερός τ’ς πήρεν χαμπάρι
σ΄νυφ’ τη δαιβοσύνη τζαι α ημέρα
πουστιέσε σο τουλάπι πέσου. Τσας
θέτσεν η νύφη τον τεψί μο τα
φαγέματα τζαι πην να φέρει νερό, ο
πεθερός έβγκην τζ' έθατζεν τζάβου
αν χούφτα γεμέκα σον τεψί πέσου.
Ήρτεν η νύφη σο γαραννίχι,
πασλάτσην να τρω με τζο πόρκην
ντα φα τσιπ του ήσαντη σον τεψί
πέσου. Πρήστην η τσοιλία του τζαι
είπεν τι: «Παναΐα μου! Γω κάτα
ημέρα τρώγκα τα ατέ το φαΐ. Σήμουρου τζο πορώ ντα φάγω, η τζοιλία μου τζο χωρεί τα. Ντα φάγω, α κανιστεί η τζοιλία μου. Ντα φήκω ένει κουνάχι. Πα ποίκω αρέτσα; Γιόξαμ είμαι στανιέρι, για α σαντζιλαντίσω;»
Έβκην ο πεθερός, πήρεν το ζωνάρι τζαι πασλάτσην ντα κοπανίζει σ'ην τσοιλία του: «Παστουρμάδες, σουτζούκα τζαι τυρία», είπεν τι, «εβγκάτε, μη κανιστεί σ’ νυφ’ η τσοιλία!»

Ερμηνεία
Η νύφη που δεν έτρωγε ποτέ.
Στην πατρίδα οι γυναίκες δεν κάθονταν στο τραπέζι μαζί με τους άντρες τους. Κάθονταν πιο πέρα, ώστε η φωνή τους να μην ακούγεται από τους άντρες. Η νέα νύφη έτρωγε λίγο παρέκει μαζί με την πεθερά. Η νύφη που ήταν λιτοδίαιτη, θεωρούνταν καλή νύφη.
Ήταν και μια νύφη στο χωριό μας πολύ σεμνή, δεν έτρωγε καθόλου μαζί με τους άλλους! Όμως σηκωνόταν τα μεσάνυχτα, καθώς κοιμόντουσαν οι άλλοι, και πήγαινε στο κελάρι, έβαζε μια ποικιλία φαγητά στο ταψί μπροστά της και έκαμνε ένα θαυμάσιο γεύμα.
Ο πεθερός της πήρε χαμπάρι τη διαβολιά της νύφης και μια μέρα κρύφτηκε στην ντουλάπα μέσα. Καθώς έβαλε η νύφη το ταψί με τα φαγητά και πήγε να φέρει νερό, ο πεθερός βγήκε κι έβαλε ακόμη μια χούφτα φαγητά στο ταψί μέσα.
Ήλθε η νύφη και άρχισε να τρώει στα σκοτεινά, μα δεν μπόρεσε να φάει όλα όσα ήταν μέσα στο ταψί. Πρήστηκε η κοιλιά της και άρχισε να μονολογεί: «Παναγία μου! Εγώ κάθε μέρα το έτρωγα αυτό το φαΐ. Σήμερα δεν
μπορώ να το φάω, δεν το χωρεί
το στομάχι μου. Αν το φάω θα
σκιστεί η κοιλιά μου. Αν το
αφήσω είναι αμαρτία. Τί θα κάνω
τώρα; Μήπως είμαι άρρωστη ή
θα αρρωστήσω;»
Βγήκε ο πεθερός, πήρε το
ζωνάρι και άρχισε να την
κοπανίζει στην κοιλιά λέγοντας:
«Παστουρμάδες, σουτζούκια, και τυριά βγήτε, μη σκάσει της νύφης η κοιλιά!»
Διήγηση: Κυριακή, αδελφή του πατέρα μου, κόρη του Παπά Μάρκου, σύζυγος του Ματθαίου Κοσμίδη. Πετρανά Κοζάνης. Καλοκαίρι 1951
