Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 4 από 10
Αωπός τζαι το λαχτόρι. Β΄
4. Αωπός τζαι το λαχτόρι. Β΄
Σον παλό τον ταρό, α φορά αν αωπός πιέσεν α λαχτόρι ν’ τα φα, τζ’ είπεν ‘τι: «Ε λαχτόρι, συ πώτ’ς είσαι τζαι αντί πέγος - αβγάτ’ς, φοραίνεις τζαι τζισμέδε αβγάτη σα ποδάρε σου; Πώτς έν’ ατέ το κουκούλι σο τζουφάλι σου; Μην είσαι ζαπίτ’ς του Γενιτζερίουν; Συ τελλάλ είσαι τζαι ‘ξωματικός; Τζαι τσιράς νυέχτα τζαι ημέρα; Τζαι αλείς αντί πέγος, δεχούς μάνα τζαι ‘δελφές!»
Το λαχτόρι πάλι δώτζεν τζογάπην τζ’ είπεν ‘τι: «Ούμα είμαι!» Για αωπός είπεν ‘τι: «Ό,τι τζαι να με ειπείς ‘πέ με! Χαχλούς πάλι να είσαι τζαι χαχτσούζης να είσαι, γω τζο χαρίζω σε! Ήρτες μπρο μου, α σε φάγω!» Είπεν τι τζαι το λαχτόρι κι: «Πιρ μη με φας, άφτσε με να βκώ ‘τζα σο δώμα πάνω ν’ αλήσω στερνά δύο τρία φορέδες, να πητάξω σελάμι σις χωρώτοι. Τε στέρου φα με μο το χουζούρι σου. Εδό τζαι συ ντάμα μου να σεριανείς του χωρού τα κουμάσα». Είπεν ‘τι τζ’ αωπός κι: «Χύτα να βκούμε σο δώμα, να ινεί το στερνό σου το χατίρι».
Πέττασεν το λαχτόρι, έβκη σο δώμα. Ήρτε τζ’ αωπός κοντά του, στάθη παρέκει. Αωπός μετρά του χωρού τα κουμάσα, σαίρεται τα 'ρνίθα του χα φα. Το λαχτόρι άλτσε δύο τρία φορές. Τε στέρου σιτσιράτσεν σ’ απού τη χαραή, τσιρμαλάτσεν τα, έβκαλεν τα φτάλμε του, ποίτζεν dα κοριένη.
Αωπός ενότουν πουσμάνι. Νανόστε κι: «Κέσκε ντα φάω τσας τα είχα σα σέρα μου». Του λαχτορού το λάληλα ήξαν τα οι χωρώτοι ήρταν, πιέσαν τον κιορ αωπό, κόνσαν τα σο γουγί.
Έφαγαν, έπαν, έφτασαν σα μουράτε τουν.

Ερμηνεία
Η Αλεπού και ο κόκορας. Β΄
Τον παλιό τον καιρό, κάποτε μια αλεπού έπιασε ένα πετεινάρι να το φάει, και του λέει: «Βρε κόκορα, τί είσαι εσύ και σαν μπέης ιππότης, φοράς και σπιρούνια καβαλάρη στα πόδια σου; Τί είναι αυτή η κουκούλα στο κεφάλι σου; Μπας κι είσαι βαθμοφόρος των Γενιτσάρων; Είσαι συ κήρυκας και αξιωματικός και φωνασκείς νύχτα μέρα; Και λαλείς σαν μπέης δίχως μάνα και αδελφές!»
Ο πετεινός πάλι έδωσε απάντηση κι είπε: «Ναι είμαι!» Όμως η αλεπού επέμενε: «Ό,τι και να μου πεις μου το λες! Έχεις δεν έχεις δίκιο, εγώ δε σου χαρίζω τη ζωή! Ήλθες εμπρός μου, θα σε φάω!» Είπε και ο κόκορας: «Πριν με φας, άφησέ με να βγω εκεί δα στο δώμα πάνω, να λαλήσω στερνά δυο τρεις φορές, να στείλω χαιρετίσματα στους χωριανούς. Και φάγε με ύστερα με την ησυχία σου. Έλα κι εσύ μαζί μου να σεργιανίσεις τα κοτέτσια του χωριού». Είπε κι η αλεπού: «Τρέξε να βγούμε στο δώμα, να γίνει η τελευταία σου επιθυμία».
Πήδηξε ο κόκορας, βγήκε στο δώμα. Ήλθε κι η αλεπού κοντά του, στάθηκε παρέκει. Η αλεπού μετράει τα κοτέτσια του χωριού, χαίρεται τις κότες που θα φάει. Ο κόκορας λάλησε δυο τρεις φορές. Τελικά σάλταρε στη μούρη της αλεπούς, τη γρατζούνισε, της έβγαλε τα μάτια, την τύφλωσε.
Μετάνιωσε η αλεπού. Σκέφτηκε: «Μακάρι να τον έτρωγα όταν τον είχα στα χέρια μου». Άκουσαν το λάλημα του κόκορα οι χωριανοί. Έτρεξαν ήλθαν, έπιασαν την τυφλή αλεπού, την έριξαν στο λάκκο.
Έφαγαν, ήπιαν, έζησαν ευτυχισμένοι.
Αφηγητής: Ο παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης.