Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Λαϊκές Παραδόσεις · 8 από 12

Πώς ήπια τη ρακί αντί για νερό

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

8

Τούς έπα το ραχή, νερό dεϊ ση Βοτιρίστα

Πώς ήπια τη ρακή αντί για νερό στη Βοτιρίστα

Κείμενο. Το χαβατίσι ήρτην στα Ρουσία στον αμμή μου τον Στέφανο. Σο τελεφώνι: “Αμαν γιέν, μο τον αδεφό σου να νάρτητη ση Βορτίστα.” “Πωτς ένι ατζελέ χαρέτζα, αδέ σο καρά κίσι πέσου, αμμίμ; ”Εδότι αδού τζαι αν τα ειπούμε κιοζ κιορέ κıορέ.” Μο τον πουσάκα μου χεμέν πήραμε δυο ιμάτα, φορέσαμι τζαι τα κα μας τα τακίμα, γαλιτζέψαμε σον αραμπά, τζαι έβgαμη ση στράτα. Φτάσαμε ση Βορτίστα αχσάμ ουστού. Τζας μας είδεν αμμή μας, γουτζαχλάτσην φίλσεν μας σταυρωτά. “Μασσαλά”, είπεν, “είστε γιαρ φυdανλι παλικάρα. Έσητι gιουζελίμ ταζά ταχίμα, άφεριμ, τούς τα ποίτζετε;” “Χέρκες φταίνει ατό του έσει λαζίμι, αμμή μου”, είπα τζαι γω. “Ντεμέκ γιέν, μεις είχαμε λαζίμι να πάρουμε χαρέτζα ατζελέ α νύφη;” Χα! Ατότε γροίξα τα κι, ήρταν στα Ρουσία να πάρουν στη Βορτίστα νύφη σο γιο του Βάνια. “Χαρέ σο καρά κίσι, κατέβητε στα Ρουσία να πάρητη απή δου νύφη; Ονούν ιτσίν ατζελέ ατζελέ μας ποίτσεις ταβέτι;” Ήρτην τζαι η σεμαδεμένη, με τη ραχή. Είπαμε “Μο του Χριστού την ευλογία τζαι του Δεσπότη το ιζίνη, 'ΝΑ ΝΑΡΤΕΙ ΤΖΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΜΑΤΟΥ Ο ΤΑΡΟΣ'”. Φάγαμε, έπαμε ραχή τζαι κρεσί στ' αμπέλα του συμπεθέρου. Χορέψαμε τσιφτέ τέλι, καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο, μο τα χουλιέρα. Κετζέ γιαρισί, τσακίρ κέιφι, ξείλσαμε ση στρώση. Ξύπνησα το σαφάχι διψασμένο. Το γουργούρι μου τζαι ο μιτές μου κάφτουνταν στο ραχί του έπαμε τζαι στα καυτερά πιπέρια του φάγαμε. Σηκώθα στη στρώση, ση σκοτινιέ, παρπάτσα, τοχάνσα σις καρέκλες, τσυλίστα σο ταχταλού, σηκώθα έφτασα σο τραπέζι. Πάνω ήβρα α νερού κανάτα. Σήκωσα την κανάτα να πω νερό τεϊ. Με η κανάτα ήτουν γεμοσμένο βυνατό ραχή. Κάφταν τα πέσου μου. Το γουργούρι, ο μητές μου ατεσλένσαν, υρίστα ση στρώση τζάου διψασμένο. Σηκώθα την εβίτσα, σε κανέναν τίπος τσούπα. Πιάγα σην κουζίνα, σήκωσα το ζουτζί τζαι έπα μο το ζουτζί νερό να χορτάσω τη δίψα μου. Τουζτιέσαν τα πέσου μου. Στέρου πήραμε το γαϊφελτί, δώκαμε την ευχή “ΚΑΛΑ ΣΤΕΦΑΝΑ”, φιλήθαμε τζαι είπαμε να 'υριστούμε σο χωρίο μας. Με αμμή μου τάβρισην τον μπουσάκα μου σον κοσά, πασλάτσην το λακιρτί. Γω πεσλετίσκα σον αραπά, έπεϊ δέβην ο ταρός. Πηάγα κοντά τουν να ρωτήσω, πώτς ένει ατό το λακιρτί. Ο πουσάκα μου ηύρην α φουρσάντι να γλυτώσει, “Ερ ο αδεφό μου ντα ποίτζει γαπούλι γω παίρου τα,” είπεν τζαι δέβην σο κάχι. “Γιέν ο γαμπρός ένι 18 χρονών τζαι η νύφη 17. Ο πουσάκσς σου ένι 22 τζαι η νύφη έσει αν αδεφή 20 χρονών. Γιαχιστιέτουνε τζαι ερ ντα πάρει, α 'ινεί πατζανάχη μο το γιο μου!” Γω πάλι είπα, “Αμμή μεις έχουμε σπουδές μπρό μας, παραδομάτου ταρό τζό χουμι. Χάιτι, καλά μαχτσούλια.” Γαλιτζέψαμε σον αραμπά, να υριστούμε σο χωρίο μας. Αλλαχά σιουκιούρ, ο πουσάκας μου, σα κέμια ήτουν πολύ πεσιρικλούς. Τσας υρίσταμε, ο τατά μου ρώτησην μας, “Πώτς ήτουν ατέ το ατζελέ γιολτζουλούκι σο καρακίσι;” Είπα τι κι “Ο αμμή μου ήρτην να σεμαδέψει το γιο του το Βάνια. Τζαι 'υρεύκην να πάρουμε σ' νυφ' την δεφή, του ήτουν τζάου μέγο στη νύφη, σον πουσάκα μου. Με γω είπα, “Ατό τζούνεται, μεις έχουμε σπουδές μπρό μας”.

Ο γαμπρός, χώστου να φτάσει τα είκοσι ένα του χρόνες ποίτζεν δύο τσοτσούχα, γλύτουσην τζαι στο ασκερλίκι.

Ερ Ερμηνεία. Η είδηση ήλθε από τα Βουνά από το θείο μου τον Στέφανο. Στο τηλέφωνο: “Ανιψιέ επείγον, με τον αδελφό σου να έλθετε στη Βορτίστα.” “Ποια είναι η βία τώρα εδώ στο καταχείμωνο θείε μου;” “Ελάτε εδώ και θα τα πούμε κατά πρόσωπο”. Με τον μεγάλο μου αδελφό, αμέσως πήραμε δυο πουκάμισα, φορέσαμε και τα καλά μας κουστούμια, καβαλήσαμε στο κάρο, και βγήκαμε στο δρόμο. Φτάσαμε στη Βορτίστα το απόβραδο. Μόλις μας είδε ο θείος μας, μας αγκάλιασε, μας φίλησε σταυρωτά. “Μπράβο παιδιά μου,” είπε, “είσαστε λεβεντόκορμα παλικάρια. Έχετε ωραία καινούργια κοστούμια, μπράβο πώς τα κάματε; “Ο καθένας κάνει ό,τι του χρειάζεται, θείε μου”, είπα κι εγώ. “Δηλαδή ανιψιέ, εμείς τώρα είχαμε ανάγκη επείγον να πάρουμε νύφη;” Χα! Τότε κατάλαβα πως κατέβηκαν από τα Βουνά στη Βορτίστα για να πάρουν νύφη στο γιο του Βάνια. “Μόλις τώρα στο καταχείμωνο, κατεβήκατε από τα Βουνά για να πάρετε από δω νύφη; Γιαυτό βιαστικά μας κάλεσες;” Ήλθε κι η αρραβωνιάρα με τη ρακή. Είπαμε, “Με του Χριστού την ευλογία και του Δεσπότη την άδεια, 'ΝΑ ΕΛΘΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΡΕΜΑΤΑ Ο ΚΑΙΡΟΣ. Φάγαμε, ήπιαμε, ρακή και κρασί από τα αμπέλια του συμπέθερου. Χορέψαμε τσιφτέ τέλι, καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο, και με τα κουτάλια. Τα μεσάνυχτα, με εύθυμη διάθεση πέσαμε στο στρώμα. Ξύπνησα πριν το χάραμα διψασμένος. Ο φάρυγγας και το στομάχι φλέγονται από τη ρακή που ήπιαμε και τις καυτερές πιπεριές που φάγαμε. Σηκώθηκα από το στρώμα στα κατασκότεινα, περπάτησα, σκόνταψα στις καρέκλες, κυλίστηκα στο πάτωμα, σηκώθηκα έφτασα στο τραπέζι. Πάνω του βρήκα μια νεροκανάτα. Σήκωσα την κανάτα να πιω νερό τάχα. Μα η κανάτα ήταν γεμάτη δυνατή ρακή. Κάηκαν τα μέσα μου. Ο φάρυγγας και το στομάχι μου φλόγισαν, γύρισα στο στρώμα ακόμη πιο διψασμένος.

Σηκώθηκα το πρωί, δεν είπα σε κανένα τίποτε. Πήγα στην κουζίνα, σήκωσα τη στάμνα και ήπια με τη στάμνα νερό για να χορτάσω τη δίψα μου. Έστρωσαν τα σπλάχνα μου. Ύστερα ήπιαμε τους καφέδες, δώσαμε την ευχή “ΚΑΛΑ ΣΤΕΦΑΝΑ”, φιληθήκαμε και είπαμε να γυρίσουμε στο χωριό μας. Μα ο θείος μου τράβηξε τον αδελφό μου σε μια γωνιά και άρχισε την πάρλα. Εγώ περίμενα στο κάρο, πέρασε αρκετή ώρα. Πήγα κοντά τους να ρωτήσω, τί είναι αυτή η κουβέντα. Ο αδελφός μου βρήκε μια καλή ευκαιρία να γλυτώσει, είπε, “Αν το αποδεχτεί ο αδελφός μου, εγώ την παίρνω,” είπε και πέρασε δίπλα. “Ανιψιέ, ο γαμπρός είναι 18 ετών και η νύφη 17. Ο μεγάλος αδελφός σου είναι 22 και η νύφη έχει μια αδελφή 20 χρονών. Ταιριάζουν και αν την πάρει θα γίνει μπατζανάκη με το γιο μου.” Εγώ τότε είπα, “Θείε, εμείς έχουμε σπουδές μπρος μας, δεν έχουμε καιρό για παντρειές. Άντε και καλούς απογόνους.” Καβαλήσαμε το κάρο και κινήσαμε να γυρίσαμε στο χωριό μας. Δόξα τω Θεώ, ο αδελφός μου στα γκέμια ήταν πολύ επιδέξιος. Στο γυρισμό ο πατέρας μου μας ρώτησε, “Πώς ήταν αυτό το βιαστικό ταξίδι στο μαύρο καταχείμωνο;” Εγώ είπα ότι, “Ο θείος μου ήλθε να αρραβωνιάσει το γιο του Βάνια. Και ήθελε να πάρουμε την αδελφή της νύφης, που ήταν πιο μεγάλη από τη νύφη, στον αδελφό μου. Μα εγώ είπα, “Αυτό δε γίνεται, εμείς έχουμε προς το παρόν πολλές σπουδές μπροστά μας μας”.

Ο γαμπρός, ώσπου να φτάσει τα είκοσι ένα του χρόνια, είχε κάνει ήδη δυο παιδιά. Έτσι γλύτωσε και από τη στρατιωτική θητεία.