Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Παράρτημα · 3 από 4

Ο άνdρα, τ' οφίρκι τζαι dιλκί (Αραβάν)

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

3. Ο άνdρα, τ' οφίρκι και dιλκί.

( R. DAWKINS σελ 334 )

Αραβάν

Ιμιά ήτουν ένα ναίκα και ένα άνdρα. Ετό άνdρα πήγε σο βουνί να σωρόψη çόπια να τ' άψουν dεΐ. Ως τα σωρόφ και στέκεται, ήβρεν ένα qουτί. Ήνοιξέν dο, και σο qουτί απέσω ήβρε ένα οφίρ. Το οφίρ ç΄είπε σο χερίφονα, «Να σε φάω.» Και άρωπος, ç' είπε, «Απερά άς περάσουν τρία χαϊβάνια, και τα τρία αμ πουν 'φά με', και σύνα εκτότε φά με.»

Αναμbρό πέρνασε ένα καμήλ. Τ' οφίρ ç είπε σο καμήλ, «Εγώ ερά σο qουτί μέσα ήμουν, ετό χερίφος ήνοιξέ με. Ας το φάγω; μή το φάγω;» Το καμήλ çι λέχ, «Εγ' ωζ ήμουν dελίqανου, αφένjης μου φορτώνισκε με με τα γουμάρια, με τα qανdάρια. Φά το, και ας πάιχ.»

Σόνgρα πέρνασε τζ' ένα βαλ. Τ' οφίρ çι λέχ σο βαλ, «Εγώ ερά σο qουτί μέσα ήμουν, ετό άρωπος εμέ ήνοιξέ με. Άς το φάγω μ; μή το φάγω μ;» Το βαλ çι λέχ, «Σο άρωπονα γιαραde'ς εϊλίκ μι; εγ' ωζ ήμουν dελίqανου, το αφένjηζ μου qαζανdέρζα το παρέα. Φα το, και ας πάιχ.»

Dεριά ήρτε το üçüνjü χαϊβάν dιλκίς. Το dιλκίς όνdεν ήρτε εκεί, dείχνει τα τρία τ' dα dαχçύλια, και χερίφος ανgλάçε τρία ορνία. Και χερίφος έdειξε τα dέκα τ' τα dαχçύλια τ', dεμέκ dέκα ορνία. Τ' οφίρ çι λέχ σο dιλκίς, «Εγώ ερά σο qουτί μέσα ήμουν, ετό χερίφος ήνοιξέ με. Ας το φάγω μ; μη

το φάγω μ;» Και το dιλκίς λέχ, «Εσύ αçού σο qουτί μέσα dεν bορείς να χωρέης.»

Και τ' οφίρ qουβράνσε, έμbη σο qουτί μέσα. Και το dιλκίς είπε σο χερίφονα, «Qαπάçε qουτιού το qαπάχ». Κ' εκείνο qαπάçεν dο. Τ οφίρ άλο dεμ bόρσε να βγή.

Και χερίφος πήγε να φερ τα ορνία. Πήγε σο αβλή τουν. Τα ορνία ουçούρdουζεν dα και στεκότουν. Ετό ναίκα τ΄ç είπε, «Τ' ορνία çι τα ουστουρούεις και στέκεσαι;» Κ' εκείνο ούλα τα ένdαν είπεν dα. Και το ναίκα τ ç' είπε, «Τό να παρπάς τέκα ορνία και dιλκίς το να τα φάη, γιούμου ένα çουβάλ σκüλιά, και ετιά τα σκüλιά ας φαν εκείνο».

Και ετό χερίφος γιούμωσε 'ς ενα çουβάλ σκüλιά, και πηρπήγεν dα σο dιλκίς. Χερίφος çι λέχ σο dιλκίς, «Έλα και φα τα». Και το dιλκίς çι λέχ, «Σάλdα τα, και εγώ τρώγω τα». Και χερίφος σάλσεν dα, και τα σκüλιά τράνσαν 'ς αdιμερί τουν, και είραν το dιλκίς. Έτρεξαν κατόψα τ’.

Το dιλκίς έφυγε, και τα σκüλιά dεν bόρεσαν να το πιάσουν.

Dιλκίς πήγε ενα μέρος, και εκεί düσüνdüζε çι τάβρησε.

Αφήγηση: Θεοχάρης Ν. Περσίδης

Ερμηνεία

Ο άντρας, το φίδι κι η αλεπού.

Κάποτε ήταν μια γυναίκα και ένας άντρας. Αυτός ο άντρας πήγε στο βουνό να μαζέψει ξύλα για άναμμα. Καθώς τα μάζευε βρήκε ένα κουτί. Το άνοιξε και μέσα από το κουτί βγήκε ένα φίδι. Το φίδι είπε στον άνθρωπο: «Θα σε φάω». Και ο άνθρωπος είπε, «Από εδώ θα περάσουν τρία ζώα, αν και τα τρία πουν να με φας, τότε κι εσύ φάε με».

Πρώτα πέρασε μια καμήλα. Το φίδι είπε στην καμήλα: «Εγώ ήμουν εδώ στο κουτί, αυτός ο άνθρωπος μου άνοιξε και βγήκα. Να τον φάω ή να μην τον φάω;» Η καμήλα λέει: «Όταν ήμουν νέα ο αφέντης μου με φόρτωνε με τα γομάρια και με τα καντάρια. Φάε τον να χαθεί ».

Ύστερα πέρασε ένα βουβάλι. Το φίδι λέει στο βουβάλι: «Εγώ ήμουν εδώ στο κουτί μέσα, αυτός ο άνθρωπος μου άνοιξε και βγήκα. Να τον φάω, ή να μην τον φάω;» Το βουβάλι λέει: «Σε ανθρωπο θα κάνεις καλοσύνη; όταν εγώ ήμουν νέος, το αφεντικό μου κέρδιζε παράδες σε βάρος μου. Φάε τον να χαθεί».

Ύστερα έρχεται το τρίτο

ζώο, η αλεπού. Όταν ήλθε

εκεί η αλεπού δείχνει τα τρία

της δάχτυλα κι’ ο άνθρωπος

κατάλαβε ότι θέλει τρία κο-

τόπουλα. Ο άνθρωπος έδειξε

δέκα δάχτυλα, δηλαδή δίνει

δέκα κοτόπουλα. Λέει το φίδι

στην αλεπού: «Εγώ ήμουν

εδώ μέσα στο κουτί, αυτός ο

άνθρωπος με έβγαλε. Να τον

φάω ή να μην τον φάω;» Και

η αλεπού λέει: «Εσύ δεν

μπορείς να χωρέσεις μέσα σ'

αυτό το κουτί».

Το φίδι κουλουριάστηκε μπήκε μέσα στο κουτί και η αλεπού λέει στον άνθρωπο: «Σκέπασε το καπάκι του κουτιού». Εκείνος το καπάκωσε και το φίδι δεν μπόρεσε να ξαναβγεί.

Ο άνθρωπος ήλθε στο σπίτι του να φέρει τα κοτόπουλα. Πήγε στην αυλή του και άρχισε να κυνηγάει τις κότες που πετάριζαν. Η γυναίκα του βγήκε και τον ρώτησε: «Γιατί κυνηγάς τα κοτόπουλα;» Εκείνος είπε όλα όσα του συνέβησαν και η γυναίκα του λέει: «Τώρα θα πάρεις δέκα κοτόπουλα να τα πας να τα φάει η αλεπού; Γέμισε ένα τσουβάλι σκυλιά και πήγαινε αυτά να τη φαν εκείνη».

Τότε ο άνθρωπος γέμισε σ' ένα τσουβάλι σκυλιά και τα πήγε στην αλεπού. Λέει ο άνθρωπος στην αλεπού: «Έλα και φάε τα». Και η πονηρή αλεπού λέει: «Αμόλα τα κι εγώ θα τα φάω». Ο άνθρωπος τα αμόλησε. Τα σκυλιά παρατήρησαν γύρω τους και είδαν την αλεπού. Όρμησαν πάνω της.

Η αλεπού έφυγε τρέχοντα και τα σκυλιά δεν μπόρεσαν να την πιάσουν. Η αλεπού πήγε σε ένα μέρος μακριά και εκεί συλλογιζόταν την ατυχία που τη βρήκε.