Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Παράρτημα · 4 από 4

Ιρνό παιριά τζ' ένα φίνικα (Γούρδουνος)

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

4. Ιρνό παιριά τζ' ένα φίνικα.

( R. DAWKINS σελ. 338 )

Γούρδουνος

Ήτον ένα φίνικα. Ήσαν ιρνό παιριά κ΄ενα μητέρα κ' ένα πατέρα. Ένα μέρα πήρε ένα jιέρ. Έφαέν dο το πισίκα. Μητέρα έκοψε το βυζί τ, και το έπιασε. Πατέρα είπε, «Çί καλά ήταν, ας πάρουμε ένα κι' άς το φάμ». Μητέρα λέγει, «Εγώ έκοψα το βυζί μ, και çί καλά ήταν λες. Αν bοίκουμ ένα φσάχ, με το çί να το dιλέψουμ;» Πατέρα λέχ, «Εσύ κόψε το κορίς κ΄ [εγώ να κόψω] το παιρί».

Φίνικος ανgλάdισε. Πήγε, είπε σα φσάχια, «Dώσετ με λίγο ψωμί και λίγο καράκ, α σας πω ένα λόγος». Τα φσάχια έdωκάν dα. Κ' εκείνο είπεν, «Μητέρα ς να φάξη το κορίς και πατέρα το παιρί». Τα φσάγια σάκωσαν τα λαΰνια και το ράμμα έdεκάν dο επάνω σο σκυλί. Το σκυλί πήγε τα φσάγια. Όν παίνισκαν το παιρί γάνωνε. Ήβρε ένα λερό, επάνω τ' ήσαν gαϊχιού πράγια. Το παιρί, «Ας πιούμ», είπε. και έπιε. Έννε gαΐχ. Πήγαν ήβραν ένα qαβάχ.

Το κορίς νανέβη σο qαβάχ. Πατισαχιού το παιρί πήγε να ποçίς τ' αλόγατα.

Τ' αλόγα dεν έπιε. Ήτουν ένα σκιάρης. Τράνσε επάνω, σο qαβάχ ήτουν ένα κορίς. «Κατέβα,» είπε. Και dεν κατέβη.

Τοτε πιάσαν bουdαχçήρε να κόψουν το qαβάχ. Κόφτουν το qαβάχ. Dεν πλερούται. Πλεμνίσκει λιγόçικο. Το παλτά σακούται. Τότε πιάνουν ένα jαdέ qαρά. Έdωκαν dο ένα πολά σταφίρες να τα πλύν. Τα καλά επέτανέν dα, και τα κöτία βαήνεν dα. Το κορίς λέχ το, «Çί ζάεις; τα καλά πετάνεις τα, και τα

κöτία στέγνουν;» «Çί να ποίκω; Dε χιωρώ». Σόνgρα πιάνουν ένα bασκά jαdέ qαρά, τζαι dίνουν dο, να ζυμώς ζυμάρ. Ζύμωνέν dο με το πράι τ. «Çί ζάεις», λέχ το κορίς. «Με το πράχ ζυμούται ζυμάρ μι;» λέχ. Τότε το κορίς κατέβη και ζύμωσέν dο. Σόνgρα νανέβη. Dεν dο βάκε. Πιέσεν dα ας τα μαλιά τ. Τότε ήρτε πατισαχιού το παιρί, πήρεν dο.

Και σεράνdα μέρες έπκαν γάμος.

Ερμηνεία

Δύο παιδιά κι ένα κουτάβι.

Μια γυναίκα και ένας άντρας είχαν δυο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Είχαν και ένα κουτάβι. Μια μέρα πήραν ένα σικότι. Το έφαγε η γάτα. Η γυναίκα έκοψε το βυζί της και το έβαλε στη θέση του. Ο πατέρας είπε: «Τί καλά που ήταν, ας πάρουμε ακόμη ένα να το φάμε». Η μητέρα λέει: «Εγώ έκοψα το βυζί μ, κι εσύ λες τί καλά ήταν. Αν κάνουμε ένα παιδί με τί θα το θρέψουμε;» Ο πατέρας λέει: «Εσύ κόψε το κορίτσι, κι' εγώ να κόψω το αγόρι».

Το κουτάβι που άκουσε, κατάλαβε. Πήγε και είπε στα παιδιά: «Δώστε μου λίγο ψωμί και λίγο κρέας, θα σας δώσω μια πληροφορία». Τα παιδιά του έδωσαν. Κι εκείνο είπε: «Η μητέρα σας θα σφάξει το κορίτσι και ο πατέρας σας το αγόρι». Τα παιδιά σήκωσαν τα λαγίνια [από το καρότσι] και έδεσαν το ράμμα πάνω στο σκυλί. Το σκυλί οδήγησε τα παιδιά μακρυά.

Καθώς πήγαιναν, το αγόρι πάγωνε. Βρήκαν λασπόνερα. Πάνω υπήρχαν χνάρια από πατούσες ελαφιού. Το παιδί είπε: «Άς πιούμε λίγο νερό». Ήπιε και έγινε ελάφι.

Πήγαν πιο πέρα και βρήκαν μια λεύκα. Το κορίτσι ανέβηκε στη λεύκα. Το Βασιλόπουλο πήγε να ποτίσει το άλογό του. Τ' άλογο δεν έπινε, το τρόμαζε μια σκιά. Το αγόρι του βασιλιά παρατήρησε πως πάνω στη λεύκα ήταν ένα κορίτσι. Κατέβα της λέει, δέν κατέβηκε.

Τότε πήρε μπαλτατσίδες να κόψουν τη λέφκα. Κόβουν τη λεύκα, μα δεν τελειώνει. Μένει λίγο υπόλοιπο. Σπάζει το τσεκούρι. Τότε πιάνουν μια γριά χαζή. Της έδωσαν πολλά σταφύλια να τα πλύνει. Τα καλά τα πετούσε και τα σάπια τα έβαζε στο καλάθι. Το κορίτσι λέει: «Τί κάνεις εκεί; τα καλά πετάς και τα κακά τα κρατάς;» «Τί να κάνω η δόλια; δεν βλέπω». Ύστερα πιάνουν μιαν άλλη γριά χαζή, και της δίνουν αλεύρι να ζυμώσει. Ζυμώνει με τα πόδια της. «Τί κάνεις», λέει το κορίτσι. «Με τα πόδια ζυμώνουν το ζυμάρι;»

Το κορίτσι κατέβηκε και ζύμωσε. Ύστερα πήγε να ανέβει, δεν τα κατάφερε. Την έπιασαν από τα μαλλιά. Τότε ήλθε το παλικάρι του βασιλιά, την πήρε. Ο αδελφός του κοριτσιού που έγινε ελάφι, ήπιε ξανά νερό και έγινε πάλι παιδί.

Πήγαν στο παλάτι και έκαναν γάμο που κράτησε σαράντα μέρες .