Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 2 από 12
Ο Αϊτζής
2. Ο Αϊτζής.
( Κίσκα )
Σ' ε χωρίος ήτουν α νομάτ κιοβταλούς, αμόν ρκούδι, ήτουν του χωρού ο πεχλιβάνης. Σ' ις ορτάδις τζαι σα παναΰρια ατό ο νομάτ βgέγκην dάιμα μπρο να πιεστεί μο τα παλικάρα στα πομεινά τα χωρία.
Α φορά τζας πην σο ρουσί να φέρει ξύα ήρτην σ΄ ε μέγο ρκούδι η ράστα. Το τζαναβάρι χύτσεν πάνου σο νομάτι ντα παρτσαλατίσει.
Με ο πεχλιβάνης χέμεν μούχσιν το γιουμπρούχι του σου ρκουδού τον τσενέ έκοψε το σολούχι του, έβgην του τζαναβαρού η ψυσή. Ο νομάτ ξύα τσού 'φαρην στο ρουσί, με φορτώθη το 'ρκούδι, ήφαρην τα σο χωρίος.
Σωρεύταν τσιπ του χωρού οι νομάτοι να ιδούν το τζαναβάρι. Οι χωρώτοι είπαν τι κι, ν'τα θέκουμε σο ζυ να ιδούμε πόσα χιάδα ένι, πέλκι κατόν πενήντα, πέλκι δύο εκατό. Πηάγασαν το τζαναβάρι σο χασάπη, δέβασαν το ζιντζί σο καντάρι, έβκην εκατόν εξήντα χιάδα. Έγδαρεν ο νομάτ το τζαναβάρι, πήρην το πόστι δέβασέν τα σ'η ράση του. Ενότουν τίπχε 'ρκούδι.
Απιδού στέρου, ατό το νομάτι λέγκαντα σο χωρίος: “Αϊτζή - Αϊτζή”. Ζελμώνσαν τ' όνυμά του. Τίς να ΄ρχότουν η ράστα μπρο του, ρωτάγκην τα: «Αϊτζή, τους ενότουν του 'ρκουδού ο μεσελές;». “Αϊτζή – Αϊτζή” dέρκεν, σαστιέσην ο νομάτ, ενότουν περισάνι.

Πην σον παπά του χωρού παρακάλτσεν dα να υπεί σις χωρώτοι να μην τα λένε Αϊτζή. Έβκην ο παπάς την Τζερετζή σον άμβωνα είπεν τι κι: «Ε χωρώτοι, ατέ ο Χριστενός ενότουν σεφίλι. Απί 'δού στέρου μη τα ρωτάτε του 'ρκουδού το μεσελέ, μή τα λέτε Αϊτζή. Ο νομάτ έσει όνυμα. Βαπτίστη Κωσταΐνος!»
Ε, απιδού στέρου, τζαι 'τζείνα οι χωρώτου του τζο κατέχκαν του ΄ρκουδού το μεσελέ, έμαθαν dα, τζαι dάιμα, μιτσίκκα, δρα οι χωρώτοι λέγκαν dα πάλι “Αϊτζή”. Το χαβατίσι έφτασεν τζαι σα κοντινά τα χωρία. Ο νομάτ τζάπου πααίγκεν λέγκαν dα: “Αϊτζή - Αϊτζή”.
Πόμεινην τ' όνυμά του “Αϊτζής”.

Ερμηνεία.
Ο Αρκουδιάρης.
Σ' ένα χωριό ήταν ένας άνθρωπος σωματώδης όμοιος με αρκούδα, ήταν του χωριού ο παλαιστής. Στις γιορτές και στα πανηγύρια αυτός ο άνθρωπος έβγαινε πάντα μπροστά να παλέψει με τα παλικάρια από τα άλλα χωριά*.
Μια φορά που πήγε στο βουνό να φέρει ξύλα, είχε κακό συναπάντημα με μια μεγάλη αρκούδα. Το θεριό όρμησε πάνω στον άνθρωπο να τον κατασπαράξει. Όμως ο πεχλιβάνης αμέσως έχωσε τη γροθιά του στα σαγόνια της αρκούδας έκοψε την ανάσα της, και βγήκε η ψυχή του θηρίου. Ο άνθρωπος ξύλα δεν έφερε από το βουνό, μα φορτώθηκε την αρκούδα και την έφερε στο χωριό.
Μαζεύτηκαν όλοι οι άνθρωποι του χωριού να δουν το αγρίμι. Οι χωριανοί είπαν, να τη βάλουμε στη ζυγαριά να δούμε πόσες οκάδες είναι, ίσως εκατόν πενήντα, ίσως διακόσιες. Πήγαν το θηρίο στο χασάπη, πέρασαν την αλυσίδα στο καντάρι, βγήκε εκατόν εξήντα οκάδες (πάνω από 200 κιλά).
Έγδαρε ο άνθρωπος το θηρίο, πήρε το δέρμα, το πέρασε στη ράχη του, έγινε όμοιος αρκούδα.

Από δω κι ύστερα αυτό τον άνθρωπο τον έλεγαν στο χωριό: “Αϊτζή - Αϊτζή” (Αρκουδιάρη).
Ξέχασαν το όνομά του.
Όποιος τύχαινε μπροστά του τον ρωτούσε: «Αϊτζή, πώς έγινε το περιστατικό με την αρκούδα;» “Αϊτζή”,
“Αϊτζή” λέγοντας, τα έχασε ο άνθρωπος,
έγινε περίγελος.
Πήγε στον παπά του χωριού τον
παρακάλεσε να πει στους χωριανούς να
μην τον λένε “Αϊτζή”. Βγήκε ο Παπάς
την Κυριακή στον άμβωνα και είπε:
«Ε χωριανοί, αυτός ο Χριστιανός
είναι για λύπηση. Από εδώ κι ύστερα μη
τον ρωτάτε για το περιστατικό της
αρκούδας, μην τον λέτε Αϊτζή. Ο άνθρωπος έχει όνομα. Βαπτίστηκε Κωνσταντίνος!»
Από τότε, ακόμα κι εκείνοι οι
χωριανοί που δε γνώριζαν την περιπέτεια
της αρκούδας, την έμαθαν. Και πάντοτε,
μικροί μεγάλοι, οι χωριανοί τον έλεγαν
πάλι Αϊτζή. Το νέο έφτασε και στα
κοντινά χωριά. Ο άνθρωπος όπου και να
πήγαινε του φώναζαν: “Αϊτζή - Αϊτζή”.
Του έμεινε το όνομα “Αϊτζής”.
Αφηγητής: Η γιαγιά μου Ευλαμπία, παπαδιά του Παπά Μάρκου Παπαδόπουλου που ήταν εφημέριος στον Ιερό Ναό των Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού στο Σαττί Φαράσων Καππαδοκίας. Εγκαταστάθηκε αρχικά στα Πετρανά Κοζάνης και κατόπιν στο Πλατύ. Συνέντευξη στο Πλατύ Ημαθίας, καλοκαίρι 1952.
* Στην Καππαδοκία με την ευκαιρία πανηγυριών ή και γάμων, όπου ο γαμπρός και η νύφη ήταν από διαφορετικά χωριά, διοργάνωναν παλαιστικούς αγώνες στους οποίους έπαιρναν μέρος παλικάρια από τα γύρω χωριά που μετείχαν στη σύναξη.
