Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 1 από 12

Η Χαχανάσα

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

1. Η Χαχανάσα.

( Σαττί )

Ο τατά μου λεγκιν τι κι: Σ' ε χωρίος ήτουν α ναίκα, Χαχανάσα, κιουζέλτσα χα μον Ντιλπέρτσα. Ατό η ναίκα σερνικού χατίρι τζο τζακόνκεν dα. Απιδού στην άκρα παλί του χωρού οι 'ναίτζες μαργαώνανε μο τις άντρες τουν.

Α ημέρα ατό τη 'ναίκα στρίγξεν τα ο Μεχτάρ σου χωρού το

μεντζιλίση ντα θέτσει τερπιές τεϊ. Είπεν τι: «Κόρη μου, ατέ τ' άπρεπα του φταίνεις μο τις χωρώτοι είνται μέγο κουνάχι. Μαρκαώνουνε μο τις 'ναίτσες τουν τζαι ίνονται ρεζίλι.

Απιδού στέρου 'ίνου τερπιελούς τζαι κάθου». Είπεν τι τζαι η Χαχανάσα κι: «Ατέ το πιτίχι εν το μον, τζάπου 'υρέβου αν τα δώκω,»

Ο Μεχτάρ πήεν σο Βερέκι σον Τούρκο το Μουdούρη να ιδούνε πα ποίκουνε με τε τη 'ναίκα.

Ο Μουdούρ είπεν τι κι «Μπεν που γαρινίν πατζαχλαρινά τολασμάμ. Κίτιν πασημdάν».

Απιδού στέρου, ατό η 'ναίκα, τζαι μο του Μουτούρη το ιζίνι, κίμιν σικί κακάρσα ονά κοπάρτι.*

Α ημέρα, αν τουβεκέλ τεληκαννούς είπεν τι κι: «Χαχανάσα, κατέχου τα κι πονείς καρdία σ' ις άντροι, με σο μον το κατζί χετς τι τσο κρους». Είπεν τι τζαι η ναίκα κι: «Με δεφό μου, να με τα είπες τε χτες, το χατίρι σου τσο τσακώγκα τα. Με σήμερου είμαι σο τόμπε, ένι κουνάχι, είπε με ο παπάς».

Γω ρώτσα τον dατά μου κι: «Τους 'ίνεται τζαι σ’ ε μιτσίκκο χωρίος βρίσκεται αβούτζι 'ναίκα;» «Ογλού μου», είπεν τι ο τατά μου, «δεχούς παπάς χωρίος βρίσκεται, δεχούς κούρβα χωρίος τζούνεται».

* Αυτή η πρόταση δεν αποδίδεται κατά λέξη στην καθομιλουμένη.

Ερμηνεία

Η Χαχανάσα.

( Η χαζογυναίκα )

Ο πατέρας μου έλεγε πως: Σ' ένα χωριό ήταν μια όμορφη γυναίκα η Χαχανάσα, μα ήταν σαν Νεράιδα. Αυτή η γυναίκα αρσενικού χατίρι δε χαλούσε. Και του χωριού οι γυναίκες λοιπόν μάλωναν με τους άντρες τους εξ αιτίας της.

Μια μέρα αυτή τη γυναίκα την κάλεσε ο Πρόεδρος στο Συμβούλιο του χωριού για να τη συνετίσει. Της είπε: «Κόρη μου αυτές

οι απρέπειες που κάνεις με τους χωριανούς είναι μεγάλη αμαρτία. Μαλώνουν με τις γυναίκες τους και γίνονται ρεζίλι.

Από εδώ και ύστερα να φέρεσαι σεμνά και να κάθεσαι». Είπε και η Χαχανάσα: «Αυτό το πράμα είναι δικό μου κι όπου θέλω το δίνω».

Ο Πρόεδρος πήγε στο Βερέκι, στον Τούρκο Δήμαρχο, να δούνε τί θα κάνουνε με αυτή τη γυναίκα. Ο Δήμαρχος είπε: «Εγώ δεν μπερδεύομαι στα πόδια αυτής της γυναίκας. Φύγετε από το κεφάλι μου».

Ύστερα από αυτό, η γυναίκα εκείνη και με την άδεια του Δημάρχου, έτρεχε στους σερνικούς χωρίς διάκριση.

Μια μέρα ένας αφελής νεαρός της είπε: «Χαχανάσα, γνωρίζω πως είσαι πονόψυχη με τους άντρες, όμως δεν ιδρώνει τ΄ αυτί σου στο λόγο μου».

Είπε και η γυναίκα: «Αδελφέ μου, αν μου το έλεγες από χτες, δε θα σου χαλούσα χατίρι. Όμως σήμερα βρίσκομαι σε επιτίμιο, είναι αμαρτία μου είπε ο παπάς».

Εγώ ρώτησα τον πατέρα μου: «Πώς γίνεται και σ’ ένα μικρό χωριό να βρίσκεται μια τέτοια γυναίκα;». «Αγόρι μου», είπε, «χωριό δίχως παπά βρίσκεις, χωριό δίχως ‘‘παστρικιά’’ δε γίνεται».

Διήγηση: Ο πατέρας μου Βασίλειος Παπαδόπουλος, Πλατύ 1953.

Ο Βασίλειος Παπαδόπουλος, ήταν γιος του Παπά Μάρκου “Ανταλλάξιμος” από το Σαττί Φαράσων Καππαδοκίας (Σαττί 1900-Θεσσαλονίκη 1966).

Την ημέρα του γάμου του εξαδέλφου του, Σάββα Παπαδόπουλου (Πιτόνη), επιστρατεύτηκε μαζί με τον γαμπρό και κατετάγησαν στα “αμελέ ταπιρλαρί” (amele tapιrlarι - τάγματα εργασίας). Τους συνέλαβαν οι Τούρκοι χωροφύλακες μετά τη στέψη έξω από την εκκλησία.Η νύφη γύρισε στο πατρικό της.

Ο Βασίλης δραπέτευσε και πήγε στη Μέση Ανατολή, στη Δαμασκό. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Με την υπογραφή της Συνθήκης δόθηκε αμνηστία. Μετά την Ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, ήλθε στην Ελλάδα και συνάντησε την οικογένειά του στα Γρεβενά Κοζάνης όπου και παντρεύτηκε τη Δέσποινα του Τσιαγμέν (μητέρα μου), με την οποία προϋπήρχε αμοιβαία συμπάθεια εκεί στην πατρίδα.