Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Λαϊκές Παραδόσεις · 9 από 12

Του τατά μας το χουνέρι

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

9. Του τατά μας το χουνέρι.

( Αφσάρι )

Σο χωρίο μας ήτουν α καμπά νταής πολύ αζγούνι νομάτ, λέγκαντα dελή Μποτός.

Dάιμα σηκούτουν την εβίτσα μαργαώγκεν μο τη 'ναίκα του, κουπανίσκεν dα μο το κανάβι τζαι τε στέρου πασλατίσκην μο τη 'ράδα να κοπανίζει τα τσοτσούχα του.

Α ημέρα πάγασην σο μύο μο το γαϊρίδι δύο ντάγια κοτσί να λέσει τεϊ. Πήρην ντάμα του τζαι τ' ένα του γιο, το Γιουβάννη. Ατζεί σο μύο ήσαντε πουά χωρώτοι τζαι στα πομεινά τα χωρία, bεκλετίσκαν την 'ράδα τουν να λέσουν το κοτσί. Το μέτρου ο καμπά νταής έβγκην τε μπρο να λέσει τεϊ. Τα πομεινά οι χωρώτοι πήραν dα σα σέρα, κουπάνσαν dα πάτα κιούτα, πήκαν dα τελέφι κόνσαν dα σου μυού τον dερέ.

Υρίστην ο νομάτ

σο σπίτι πηρ μη

'λέσει το κοτσί.

Η 'ναίκα του η

Ποτοσού 'ρώτσεν το

γιο τ' ς: «Γιουβάννη

ογλούμ, τιτί τζο λέ-

σιτι το κοτσί;» «Ω

νιμά», είπεν τι το

φσάχι κι, «άλεϊ μεις

αδέ τρομάζουμε τζαι

φοβούμεστε σ΄ τον

dατά μας. Ατζεί σο

μύο κανείς σο βιλί

του τσο παίρει τα*.

Δώκαν τα α ζόρι ζοπάς, πήκαν dα τελέφι τζαι κόνσαν dα σου μυού τον dερέ. Τε στέρου πιέσαν dα δύο νομάτοι, ήφαράν dα, κόνσαν dα σο γαϊρίδι πάνου τζαι είπαν τι με, 'εσέογλου εσέκ, πάγαστα σ' η μάσου τον dατά σου', ιστέ ήφαρά τα!»

*Αυτή η πρόταση δεν μπορεί να αποδοθεί στην καθομιλουμένη.

Ερμηνεία

Η περιπέτεια του πατέρα μας.

Στο χωριό μας ήταν ένας καμπά νταής πολύ κακός άνθρωπος, τον έλεγαν Τρελό Πρόδρομο.

Πάντα σηκωνόταν το πρωί, μάλωνε με τη γυναίκα του, την χτυπούσε με το καννάβι και ύστερα άρχιζε με τη σειρά να κοπανάει τα παιδιά του.

Μια μέρα πήγε με το γάιδαρο στο μύλο για να αλέσει δυο σακιά σιτάρι. Πήρε μαζί του και ένα του παιδί, το Γιάννη. Εκεί στο

μύλο ήταν πολλοί χωρικοί και

από τα γειτονικά χωριά που πε-

ρίμεναν τη σειρά τους να αλέ-

σουν το σιτάρι. Ο δικός μας ο

ψευτοπαλικαράς πήγε μπροστά

για να αλέσει πρώτος. Οι άλλοι

χωρικοί τον περιέλαβαν, τον

έδειραν, πάνω χέρι κάτω χέρι

και τον έριξαν στο ρέμα του

μύλου λιώμα.

Γύρισε ο άνθρωπος στο σπίτι πριν αλέσει το σιτάρι. Η γυναίκα, η Προδρομίνα, ρώτησε το γιο της: «Αγόρι μου Γιαννάκη, γιατί δεν αλέστηκε το σιτάρι;» «Μανούλα μου», είπε το αγόρι, «τον πατέρα μας μόνο εμείς τον φοβόμαστε και τρομάζουμε. Εκεί στο μύλο κανείς δεν τον λογαριάζει. Του έδωσαν ένα βρωμόξυλο, τον λιάνισαν και τον πέταξαν στο ρέμα του μύλου. Πιο ύστερα, τον έπιασαν δυο άνθρωποι, τον έφεραν, τον πέταξαν πάνω στο γάιδαρο και μου είπαν: ΄γαϊδουρογάιδαρε, πήγαινε τον πατέρα σου στη μάνα σου΄, ιδού τον έφερα!»

Αφηγητής: Λευτέρης Σκεντερίδης από το Αφσάρι. Οι γονείς του ήλθαν από την Καισάρεια, καταγόμενοι από την Αλεξανδρέττα. Συνέντευξη, Πλατύ 1953.