Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 6 από 10

Dουλgέρ, Kουγιουμτζής, Tερζής τζαι τ’ ένα καό Θεού νομάτ

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

6. Dουλgέρ, Kουγιουμτζής, Tερζής

τζαι τ’ ένα καό Θεού νομάτ.

Dawkins σελ. 464.

Σηκώθην jαι bά σηκώθη. ‘Σ αμ πρώτο ζαμάνι ήτουνε τέσσερα νομάτοι. Τ’ ένα ήτουνε [dουλgâρ]*, τ’ ένα ήτουνε κουγιουμτζής, τ’ ένα τερζής, jαι τ’ ένα καό Θεού νομάτ. Πηάγανε ς’ αν ορμάνι. Αjέ σ’ ορμάνι ήσανdαι πουά λύçοι. çαι σκούνdαι. Είπαν dι κι «Να πνώσωμε με dο νοbάτι [ξύπνο].»

O κουγιουμτζής, ο dουλgέρ, η ναίκα, ο τερζής, τ’ ένα καό Θεού νομάτ.

΄Υπνωσανε τα τρία. Ο dουλgâρ φύαξε. Είδεν [ατζεί παρέκει] α μέγα ξύο. Σηκώθην, έκοψεν το ξύο. Ήφαρέν dα, ποίτζεν dα α νομάτ, τίπκε νομάτ. Ύπνωσε. Σηκώθη ο τερζής. Ήγρεψεν κι, ένι αjά αν ξύο. Πήρεν dα. Ήγρεψεν dι κι ένι τίπκε νομάτ. Ποίjεν dα α ζυ ρούχα. Ύπνωσεν ο τερζής. [Σηκώθην ο κουγιουμτζής]. Δέβασέν dα βρασόλε jαι κερdάνε. Ύπνωσεν j' ο κουγιουμτζής.

Σηκώθην jαι του Θεού το καό ο νομάτ. Ήγρεψεν κι ένι αjά αν ξύο σον dιέχο τενdεμένο. Πήρεν dα. Ήγρεψέν dα κι έν’ α σουράτι. Είπεν dι κι, «Αλλάχ, Παναγία μου, αdέ το κορίdζι δος τα αμ ψυσή». Δώjεν dα ο Θεός αμ ψυσή. [Ύπνοσε jαι του Θεού το καό ο νομάτ.]

Σηκώθανε τηνεβίdζα. Ξημέρεψε. Μαρgάωσεν ο dουλgέρ. Είπεν dι κι, «Αdέ ποίκα dα γω, [αν τα πάρω γω].» Είπεν dι κι jαι ο qουγιουμjής,

«Χαΐρ, ’γω πάλι δέβασά dα gουμουσόνα βρασάλε jαι αλτούνε. Αν dα πάρω γω». Είπεν dι jαι ο τερζής: «Χαΐρ, αν dα πάρω γω. Φόρεσά τα ρούχα».

[Είπεν dι κι τζαι του Θεού το καό ο νομάτ,

«Αν dα πάρω γω. Σ’ το μον την ευσή πήρεν

ψυσή].» Μαρgάωσανε πενενdάβου τουνε.

Είπαν dι κι, «Α υπάμε να dανισεφτούμε.»

Πηάγανε, πηάγανε. Φοdές πααίνκανε, ήρταν ‘ς α

Dερβίς ιράστα. Είπαν dι κι [ο dουλgέρ], «Αdέ

ποίκα τα γω. Αdέ πάλι φόρεσέν τα ρούχα, αdέ

πάλι δέβασέν dα βρασάλε, αdέ πάλι δώjεν dα

ψυσή. [Τίς αν dα πάρει];»

Είπεν dι κι ο Dερβίσης, «Σεις πο λέτε;

Αdό ήdουνε το μονα η κόρη. Σεις πού dα

ήβρετε;» Είπαν dι κι jαι jείνοι: «Έ χοjά, δομαίνο

μή ίνεσαι;» Είπαν dι κι, «Χίdα να υπάμε, jαι συ.» Σο σερεχάτι ενόσανdαι

πένdε πίλενε.

Πηάγανε. Ήρτανε

‘ς αν Dερβίσης ιράστα.

Είπεν dι κι ο Dερβίσης,

«Αdό ένι το μονα η ναικα. Σεις πού τα ήβρετε;»

«Ολάν, δομαίνο μη ίνεσαι; Αdό ποίκαμ’ dα

μεις.» Ενόσανdαι έξι πίλενε. Πηάγανε σον qα-

Ο Χότζας, ο τερβίσης κι’ ο Καdής dή. Είπεν dι κι j' ο qαdής,

«Ένι το μόνα η 'ναίκα. Σεις πού τα ήβρετε;» Είπεν dι κι. Σωρεύτανε το μεντζιλίσι.

Τον çαρέν dου jο bόρκανε dα νάβρουνε. Είπαν dι κι: «Άμε jα σο ξύο». Πηάγανε σο ξύο.

Dένσεν το κορίdζι αjεί σο ξύο. Κανίστη το ξύο.

Έμbη το κορίdζι πέσου. Qαπαdίστη πάλι το ξύο.

* Τα εντός των αγκυλών είναι προσθήκες για να καλυφθούν τα κενά του αφηγητή, ώστε το κείμενο να αποκτήσει πληρότητα.

Ερμηνεία

Ο Ξυλουργός, ο Κοσμηματοπώλης, ο Ράφτης

κι ένας καλός άνθρωπος του Θεού.

Σηκώθη και πάλι σηκώθηκε. Στον παλιό τον καιρό ήταν τέσσερις νομάτοι. Ήταν ένας ξυλουργός, ένας ράφτης, ένας κοσμηματοπώλης, και ένας καλός άνθρωπος του Θεού. Πήγαν στο δάσος. Εκεί στο ρουμάνι ήταν πολλοί λύκοι που σκούζανε. Είπαν τότε: «Να κοιμηθούμε αλλά με ένα άτομο ξύπνο».

Κοιμήθηκαν οι τρεις. Φύλαξε ο ξυλουργός. Είδε εκεί κοντά ένα μεγάλο ξύλο. Σηκώθηκε, έκοψε το ξύλο. Το έφερε, το έκαμε ένα άγαλμα, παρόμοιο με άνθρωπο. Κοιμήθηκε ο ξυλουργός. Σηκώθηκε ο ράφτης. Είδε πως εκεί είναι ένα ξύλο. Το πήρε. Πρόσεξε πως είναι όμοιο με γυναίκα. Της έκαμε μια φορεσιά ρούχα. Κοιμήθηκε και ο ράφτης. Σηκώθηκε ο κοσμηματοπώλης. Της πέρασε βραχιόλια και καδένες. Κοιμήθηκε και ο κοσμηματοπώλης. Σηκώθηκε και ο καλός άνθρωπος του Θεού. Κοίταξε εκεί, είδε πως είναι ένα ξύλο ακουμπισμένο στον τοίχο. Το πήρε. Το κοίταξε και πρόσεξε πως έχει πρόσωπο κοριτσιού. Έκανε μια ευχή: «Θεέ και Παναγία μου, σ’ αυτό το κορίτσι δώστε μια ψυχή». Της έδωσε ο Θεός μια ψυχή. Κοιμήθηκε και ο καλός άνθρωπος του Θεού.

Ξημέρωσε. Σηκώθηκαν την αυγή. Μάλωσε ο ξυλουργός. Είπε πως: «Αυτή, την έκαμα εγώ, θα την πάρω εγώ». Είπε και ο ράφτης: «Όχι, θα την πάρω εγώ. Της φόρεσα ρούχα». Είπε και ο κοσμηματοπώλης: «Όχι, εγώ πάλι της πέρασα ασημένια βραχιόλια και χρυσαφικά. Θα την πάρω εγώ». Είπε και ο καλός άνθρωπος του Θεού: «Θα την πάρω εγώ. Με την προσευχή μου πήρε ψυχή». Μάλωναν μεταξύ τους.

Είπαν τότε: «Να πάμε να συμβουλευτούμε». Πήγαν, πήγαν. Καθώς πήγαιναν, συνάντησαν ένα Ντερβίση. Είπε τότε ο ξυλουργός: «Αυτή την έκαμα εγώ, αυτός της φόρεσε ρούχα, αυτός πάλι της πέρασε βραχιόλια, και αυτός της έδωσε ψυχή. Ποιος θα την πάρει;» Είπε και ο Ντερβίσης: «Τί λέτε εσείς; Αυτή ήταν η κόρη μου. Σεις πού τη βρήκατε;» Ξεφώνισαν οι άνθρωποι: «Έ χότζα τί μας λες; Μην τρελαίνεσαι, αυτή την κάναμε εμείς!»

Είπαν τότε όλοι μαζί: «Τρέξετε να πάμε να συμβουλευτούμε. Έλα κι εσύ Ντερβίση». Στην πραγματικότητα έγιναν πέντε.

Πήγαν. Στο δρόμο είχαν συναπάντημα με ένα άλλο Ντερβίση και τον ρώτησαν. Είπε και ο Ντερβίσης: «Αυτή είναι δική μου γυναίκα. Σεις πού τη βρήκατε;» «Βρε μη δαιμονίζεσαι! Αυτή την κάναμε εμείς». Έγιναν σωστά έξι. Πήγανε στον Καδή. Είπε και ο Καδής: «Αυτή είναι δική μου γυναίκα.

Σεις πού τη βρήκατε;»

Μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Δεν

μπόρεσαν να βρουν τη λύση. Είπαν τότε

όλοι μαζί: «Άμετε εκεί στο ξύλο».

Πήγανε στο ξύλο. Ακούμπησαν το

κορίτσι εκεί στον κορμό. Σκίστηκε το

ξύλο, μπήκε το κορίτσι μέσα. Έκλεισε

πάλι ο κορμός του δέντρου.

Αφηγητής στον Dawkins ο Γουσούφ Μουλαχασάν, ο γιος του Τούρκου φύλακα που του διηγήθηκε και άλλα παραμύθια.

Στα χωριά των Φαράσων δεν υπήρχαν Τούρκοι. Μόνο είχαν ένα ή δύο Τούρκους για πεκτσίδες (φύλακες για να τους προστατεύουν από τους τσέτες) από τότε που απαγορεύτηκε η οπλοφορία στους Ρωμιούς, επί Νεότουρκων. Αυτοί οι φύλακες έμεναν με τις οικογένειές τους στο χωριό. Τους παραχωρούσαν και ένα κλήρο για να πορευτούν, πέρα από το μισθό σε είδος. Τα παιδιά των φυλάκων πήγαιναν μαζί με τα Ρωμιόπουλα στο σχολείο της κοινότητας και μάθαιναν τη Φαρασιώτικη γλώσσα.

Διασώθηκαν συμβόλαια αγοραπωλησίας χωραφιών, γραμμένα στα Καραμανλίδικα, στα οποία αναφέρεται το όνομα Μουλαχασάν να συνορεύει με Φαρασιώτες. Τις ημέρες της Ανταλλαγής υπήρχαν στο Βαρασό δυο οικογένειες Τούρκων.