Ι. Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΚαππαδοκικά · ψηφιακή έκδοση

Καππαδοκικά παραμύθια & Λαϊκές Παραδόσεις · Φαρασιώτικα Παραμύθια · 7 από 10

Ο τζυνογάρ, ο ’αγός τζ' ο πρακανάς

← ΠροηγούμενοΕπόμενο →

7. Ο τζυνογάρ, ο ’αγός τζ' ο πρακανάς.

( Το 32Ο του Dawkins, σελ. 564

από τη συλλογή του Lagarde σελ. 7)

Μο d’ αν dαρός α jυνογάρ gατιέσεν αν ’αγός. Έφυγε j’ ο ’αγός ξείλτσεν σου πρακανά dη φωλâ. Ήρτ’ ο jυνογάρ να πάρη τον ’αγό. Σωρέφταν τα πρακανάδε, jο δώκαν dα σα σέρε. Χολιέστη j’ ο τζυνογάρ.

Τάβρησε τον ’αγό, πήγεν jαι έφαγέν

dα. Χολιέσταν τα πρακανάδε.

Πήγεν j’ ο τζυνογάρ, ’έντσε

ση φωλâ δύο βα. Πηάγανε τα

πρακανάδε [σ' η φωλέ, του τζυνο-

γάρ] çύλτσανε τα βα, κάντσαν dα.

Οφτά χρόνες πουλία τζο

bόρκεν να βgάλει [ο τζυνογάρ]. Στα

οφτά χρόνες στέρου πήγε ο jυνογάρ,

ήβρε τομ bροφήτη Ηλία σα σύννεφα

πέσου. Ρώτσεν dα [πό να ποίτζει].

Jαι έφκωσε τον gόφαν dου ο προφήτ’

Ηλίας. «Εδώ, γέννα σον gόφα μου, εδώ

να νdα γροιjήσω να ιδούμε τούς jο bόρκες

να βgάλεις τα πουλία». Ήρτε, ’έντσε σον

κόφα του δύο βα. Πήγε να βοστσιθή ο

jυνογάρ. Πήγε j’ ο πρακανάς, ποίj’ αν

κιλαλάdζι, ξείλτσε σου προφήτ’ Ηλία τον

κόφα: «Να κρεμίσω να gονdίσω την dζελέ

στον κόφα μου.» [είπεν dι ο προφήτ’

Ηλίας. Τίναξε τον κόφα του], τσυλίσταν

τα βα, κανίστανε. Ήρτ’ ο τζυνογάρ. Ρώτσε

[ο Προφήτ'], «Μο το τίνα είσαι μαβρομένο;» Είπεν jαι jείνος «Μο dο πρακανά».

«Στρίνξε τα να 'γαπήσα dα», είπεν ο

προφήτ Ηλίας.

Ερμηνεία

Ο αετός, ο λαγός και το σκαθάρι.

Κάποτε ένας κυνηγάρης (αετός) καταδίωξε ένα λαγό. Έφυγε ο λαγός κι έπεσε στη φωλιά των σκαθαριών. Ήρθε ο αετός να πάρει το λαγό. Μαζεύτηκαν τα σκαθάρια δεν τον παρέδωσαν. Νευρίασε ο αετός, τράβηξε πήρε το λαγό, πήγε στο βουνό και τον έφαγε.

Θύμωσαν τα σκαθάρια. Πήγε ο αετός και γέννησε δυο αβγά στη φωλιά του. Πήγαν τα σκαθάρια στη φωλιά του αετού, κύλησαν τα αβγά τα έσπασαν.

Εφτά χρόνια δεν μπόρεσε ο αετός να βγάλει πουλάκια. Ύστερα από εφτά χρόνια, πήγε ο αετός και βρήκε τον προφήτη Ηλία μέσα στα σύννεφα. Τον ρώτησε τί να κάνει. Άπλωσε την ποδιά του ο προφήτης Ηλίας: «Έλα, γέννα στην ποδιά μου» είπε. «Έλα, για να καταλάβω, πώς και δεν μπόρεσες να βγάλεις τα πουλάκια». Ήρθε ο αετός, γέννησε στην ποδιά

του προφήτη δυο αβγά.

Πήγε να βοσκήσει ο

αετός. Πήγε και το σκαθάρι, έκαμε ένα σκατουλάκι,

το έριξε στην ποδιά του

προφήτη Ηλία.

«Να γκρεμίσω να

πετάξω τη βρωμιά από την

ποδιά μου». σκέφτηκε ο

Προφήτης Ηλίας. Τίναξε

την ποδιά του, κύλησαν τα

αβγά και έσπασαν.

Ήρθε κι ο αετός. Ρώτησε ο Προφήτης: «Με ποιον είσαι μανιασμένος;» Είπε κι εκείνος: «Με τα σκαθάρια».

«Κάλεσέ τα να φιλιώσετε», του είπε ο προφήτης Ηλίας.

Σημείωση: Υπάρχει παραπλήσιος μύθος του Αισώπου, όπου αντί του Προφήτη Ηλία αναφέρεται ο Δίας: Θεόδωρος Γ Μαυρόπουλος «Αισώπειοι μύθοι» Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ Θεσσαλονίκη 2005 αρ. 7 σελ. 42